ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΞΑΝΑΣΤΗΝΟΝΤΑΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Κώστας Πουλιανίτης

2005

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1.Η ΑΔΙΚΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗΣ (ANTI ΠΡOΛOΓOY)

EΝ ΥΠΑΙΘΡΟΙΣ

2.ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΟΙ
3.Η ΥΛΟΤΟΜΗΣΗ
4.ΤΟ ΒΑΚΟΥΦΙΚΟ
5.Η ΣΤΕΡΦΑ
6.Ο ΛΗΣΤΗΣ

EΠI TΩN OΔΩN

7.Η ΦΥΓΗ


8.ΜΕΛΟ
9.ΤΟ ΠΡΕΖΟΝΙ
10.Ο ΦΟΡΤΗΓΑΤΖΗΣ
11.Η ΠΕΤΡΑ

TΩ, ΔIONYΣΩ,

12.Η ΤΑΒΕΡΝΑ
13.Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΤΖΗΣ
14. Η ΒΑΒΥΛΩΝΑ
15.ΥΨΗΛΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ

EN ΦANTAΣIA



16.ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΞΑΝΑΣΤΗΝΟΝΤΑΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
17.Η ΕΡΗΜΟΣ
18.Ο ΖΥΓΟΣ
19.ΕΞΟΔΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

20.ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ (ANTI EΠIΛOΓOY)
-----------------------------------------------------------------------
Απόψε τα Φώτα της πόλης θ’ ανάψουν αμυδράΓια να μη φανεί πως στήνονται ξανάΤα
είδωλα μέσα στη νύχτα
Κ.Π.

--------------------------------------------

<<....Δεν θα επιθυμούσα ποτέ μου να είχα αγάλματα ρεαλιστικού τύπου, εντελώς «ανθρώπινα».Θα με συνάρπαζε εάν είχαν μια πνευματική διάσταση, όπως οι τόσο εκφραστικές (εξπρεσσιονιστικές) βυζαντινές δημιουργίες που είναι μοναδικές και σχεδόν ανεπανάληπτες…>>
Σερ Στήβεν Ράνσιμαν

Η ΑΔΙΚΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗΣ
Πάει καιρός που οι άνθρωποι βρίσκονταν σε αρμονία με την φύση, ήξεραν τους ήχους
της, τις ιδιοτροπίες της, την κατανοούσαν. Όσα τους ήταν δύσκολα να τα
αντιληφθούν τα άφηναν για θεούς και δαίμονες. Η ανέχεια τρόπος ζωής και η πενία
η καλύτερη συντροφός τους,δεν την αποχωρίζονταν ποτέ , ιδιαίτερα την ώρα του
φαγητού.
Από θρησκευόμενοι ως θρησκόληπτοι, γιατί αυτό τους βοηθούσε να περνούν τον πόνο
και τον χρόνο που φαίνονταν ατέλειωτοι μια και η τυράγνια ήταν δεδομένη και το
ψωμί έβγαινε δύσκολα. Αυτοί δεν ήξεραν από υψηλές θεωρίες, δεν διάβαζαν ψιλά
γράμματα, δεν θελαν να εξηγήσουν τα ανεξήγητα και να δικαιολογήσουν τα
αδικαιολόγητα.
Οι κοινωνίες μικρές και σφικτές, αγροτικές στην πλειοψηφία τους ήταν ένας
κόσμος, αυτάρκης και δωρικός, με την προίκα του και την κληρονομιά του καλά
κρυμμένες,για να τις προστατεύσει από πολιτισμένους πειρατές και φωτισμένους
επιδρομείς.Κόσμος μπερδεμένος ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον μύθο, πότε
Άβελ και πότε Κάιν. Αδύναμος να ξεχωρίσει το ελάττωμα από το προτέρημα, τα έθιμα
από τον παγανισμό, την πίστη από την λευκή μαγεία. Παιδί μιας γης που φορούσε
άρωμα ηρωικού αίματος και ξερνούσε μάρμαρα.Μα όλοι προτιμούσαν να μυρίζει ζεστό
ψωμί και να τους βυζαίνει γάλα.
Και ήρθε ο καιρός αυτός, έμοιαζε ανοιξιάτικος μα δεν ήταν άνοιξη, έτσι ούτε το
καλοκαίρι ήρθε, ούτε το φθινόπωρο. Και τώρα, έτσι όπως άλλαξε το κλίμα στον
πλανήτη πώς να ξεχωρίσεις εποχές και μήνες.Όλα τόσο άχρωμα, στον πιο παράξενο
καιρό, τον καιρό των κλιματολογικών αναστατώσεων, των μεγάλων επιστημονικών
επιτευγμάτων αλλά και της πολιτιστικής ισοπέδωσης και ομοιομορφίας .
Έτσι είναι, μεγάλη η διαφορά ενός κόσμου που έφυγε και ενός κόσμου που ήρθε.
Συνήθειες και τρόποι χιλιετιών άρχισαν να αντικαθίστανται από άλλες καινοφανείς
συνθήκες διαβίωσης.
Πολλοί είπαν ότι ο κόσμος άρχισε να αλλάζει μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο ,άλλοι
όταν ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι, μερικοί όταν έπεσε το τείχος του Βερολίνου
και ορισμένοι όταν χτυπήθηκαν οι δίδυμοι πύργοι της Νέας Υόρκης.Ο καθένας ορίζει
ως αρχή της μεταμόρφωσης του πλανήτη το σημείο εκείνο που θεωρεί σημαντικότερο ή
πιο εντυπωσιακό.
Μα για μένα ο κόσμος άλλαξε όταν οι φωτογραφίες σταμάτησαν να είναι ασπρόμαυρες
κι έγιναν έγχρωμες. Κοιτώντας τις πρώτες παρατήρησα την αποτύπωση ενός έγχρωμου
και ποικίλου κόσμου, βλέποντας τις δεύτερες είδα ένα κόσμο ασπρόμαυρο και
μονότονο.
Στα επόμενα διηγήματα προσπάθησα να διορθώσω την αδικία της φωτογράφησης
μετατρέποντας ορισμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες σε έγχρωμα λόγια, μα και μερικές
έγχρωμες σε ασπρόμαυρα .Αν δεν τα κατάφερα ζητώ συγγνώμη για το γκρίζο
αποτέλεσμα.Γράφοντας τις ιστορίες διαπίστωσα πως ο κόσμος αυτός που άλλαξε
ραγδαία, σε μια φιλότιμη προσπαθειά του να γίνει πιο ρεαλιστής και λιγότερο
αιθεροβάμων, κατήργησε τους μύθους και τα όνειρα.Μα δυστυχώς, σε πολλές
περιπτώσεις, ξανάστησε τα είδωλα και μάλιστα την νύχτα....

----------------------------------------------------------------------
EN ΥΠΑΙΘΡΟΙΣ
---------------------------------------------------------------------

<<…κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο…>>
ΚΑΒΑΦΗΣ

ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΟΙ
Ήταν ο πρώτος χειμώνας της κατοχής. Οι πόλεις άρχισαν να νιώθουν την πείνα και
οι κατοικοί τους ως μόνη ελπίδα για να επιβιώσουν είδαν τα χωριά.Φόρτωσαν στους
ώμους τους, ή σε ζώα, τα ακριβά υπάρχοντα τους και βγήκαν προς την ύπαιθρο για
να τα ανταλλάξουν με ό,τι φαγώσιμο βρουν.Τα χωριά είναι αλήθεια ότι δεν ένιωσαν
την πείνα έντονα στην κατοχή.Όλο και κάτι περίσσευε από την σοδειά. Τότε πολλοί
χωριάτες πλούτισαν παίρνοντας πολύτιμα σκεύη, χρυσαφικά και άλλα πολλά ακριβά
πράματα από τους αστούς για ένα κομμάτι ψωμί και λίγα όσπρια, ή ο,τιδήποτε άλλο
βρώσιμο.
Έτσι ένας περαστικός καλοντυμένος άνθρωπος, φανερά καταπονημένος, περισσότερο
από την πείνα παρά από την κούραση, με ένα γαϊδουράκι φορτωμένο με διάφορα είδη,
μπήκε στην αυλή του μπαρμπα – Νάσιου.
Εκείνος τον είδε από το παράθυρο, έριξε ένα σακάκι στην πλάτη του και βγήκε έξω
στην αυλή. Είχε λιακάδα εκείνη την ημέρα, αλλά το κρύο δυνατό κι ο ήλιος με
δόντια. Χαιρετήθηκαν με τον ξένο. Καθώς έκαναν την χειραψία ο μπάρμπα – Νάσιος
κατάλαβε από το χέρι του συνομιλητή του ότι βρισκόταν σε οριακή κατάσταση.Έτσι
τον προσκάλεσε να μπει μέσα στο σπίτι, να καθίσει κοντά στο τζάκι και να
ζεσταθεί. Αφού τον είδε να συνέρχεται, έγνεψε στην γυναίκα του να του φέρει
φαΐ.Βλέποντας το φαγητό ο επισκέπτης, χωρίς κάν να κρατήσει τα προσχήματα, έπεσε
με τα μούτρα.Ούτε που μάσησε την τροφή.Μόνο την κατάπιε με μερικές χαψιές.
Μετά ο ξένος τους ευχαρίστησε και τους είπε πως είχε βγει από την πόλη, για μια
γύρα στα χωριά, για να μαζέψει μερικά τρόφιμα για την οικογένειά του. Τους είπε
μερικές λεπτομέρειες που του ζήτησαν για το ατομό του και ανέφερε μερικά ονόματα
κοινών γνωστών.
Ύστερα ο ψυχολογικά πτοημένος ξένος τους είπε να διαλέξουν ό,τι θέλουν από τα
πράγματα που είχε πάνω στο γαϊδουράκι, αρκεί να του δώσουν ένα τενεκέ στάρι ή
ένα τενεκέ καλαμπόκι.Η γυναίκα του μπάρμπα – Νάσιου, μη μπορώντας να συγκρατήσει
την γυναικεία περιέργειά της, βγήκε έξω από το σπίτι και πήγε και ξεσκέπασε τα
φορτωμένα στο γαϊδουράκι πράγματα.Σηκώνοντας την κουρελού φάνηκαν καθρέπτες
πολυτελείας, κηροπήγια επίχρυσα, μαχαιροπήρουνα ασημένια και άλλα πλούτη.Ο
μπάρμπα – Νάσιος όμως την είδε από το παράθυρο, άτομο με πολλούς ηθικούς
φραγμούς ο ίδιος, άνοιξε το παραθύρι και την μάλωσε.Αυτή, γυναίκα υποταγμένη
στην θέληση του άντρα της και σεβόμενη αυτόν, αμέσως κατάλαβε το σφάλμα της και
σκέπασε πάλι τα πράγματα.
Ο μπάρμπα – Νάσιος είχε κάνει το κουμάντο του για την οικογένεια και με το
ελάχιστο περίσσευμα είχε κατά νου να κάνει ψυχικά.Πήγε στην αποθήκη έβγαλε ένα
τενεκέ στάρι, είπε του ξένου να του δώσει ένα τσουβάλι, άδειασε το στάρι μέσα
στο τσουβάλι και του το παρέδωσε.Εκείνος τον ευχαρίστησε φιλώντας του τα χέρια,
και καθώς έβλεπε ότι ο ευεργέτης του δεν είχε σκοπό να κρατήσει κάτι από τα
υπάρχοντά του, προσπάθησε να του δώσει κάποια με το ζόρι.
Μα η επιμονή του ελεήμονος Νάσιου να μην δεχτεί ο,τιδήποτε του προσφερόταν ήταν
τέτοια που ανάγκασε τον ευεργετηθέντα να υποχωρήσει.
Τότε τα μάτια του ξένου γυάλισαν απόκοσμα. Ο χρωματισμός της φωνής του άλλαξε.
Απευθυνόμενος στον νοικοκύρη είπε: «θα σου δώσω κάτι που θα σε κάνει κάποτε
δυνατό, πλούσιο και θα με θυμάσαι σε όλη σου την ζωή».Έβγαλε από ένα ταγάρι, που
είχε κρεμασμένο στο σαμάρι του γαϊδουριού, ένα μεγάλο μαύρο βιβλίο και του το
έδωσε. Απορημένος ο καλοσυνάτος χωρικός έσπασε ένα χαμόγελο ελαφρώς πικρό και
πήρε το βιβλίο, θέλοντας έτσι να απαλλαγεί από τη φορτική πίεση του
ευεργετηθέντος. Αλλά το γεγονός ότι τα γράμματα που ήξερε ήταν λίγα κι ότι ο
καιρός δεν ήταν για διάβασμα αλλά για επιβίωση,τον έκανε να βάλει το βιβλίο σε
ένα ράφι και αυτό έμεινε εκεί χρόνο καιρό.
Πέρασε ο καιρός, ωσότου ένα σούρουπο που επέστρεψε ο Νάσιος με την οικογένειά
του από τα χωράφια του, βρίσκει απ’ έξω από το σπίτι του κόσμο άγνωστο,
συγκεντρωμένο να τον περιμένει με ανυπομονησία. Ανησύχησε γιατί οι καιροί ήταν
πονηροί, μα ήταν αργά να τους αποφύγει.Όταν έφτασε κοντά, οι άνθρωποι αυτοί
άρχισαν να τον εκλιπαρούν να τους σώσει.Σαστισμένος από το τσούρμο, που έπεσε
πάνω του αλαλάζοντας, δεν μπορούσε να καταλάβει ποιοι ήταν και τι του ζητούσαν.
Κάποιος ψύχραιμος από τους φωνασκούντες ηρέμησε τους υπόλοιπους και πήρε το
λόγο.
Εξήγησε πως είχαν έρθει από την πόλη και πως δυο –τρεις από αυτούς είχαν πέσει
θύματα μαγείας και δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους και ότι είχαν μείνει
σχεδόν σκελετοί.Έκπληκτος ο μπάρμπα – Νάσιος ρώτησε τι σχέση έχει αυτός με το
όλο ζήτημα.Ο ψύχραιμος κύριος του είπε πως πήγαν στον τάδε (τον ξένο που έσωσε
από την πείνα τον χειμώνα) για να τους λύσει τα μαϊλίκια. Μα αυτός δεν μπόρεσε
να τα λύσει, γιατί την σολομωνική την είχε χαρίσει στον ευεργέτη του.
Αμέσως ο Νάσιος κατάλαβε ποιο βιβλίο κατείχε. Ούτε τέτοια δύναμη, ούτε τέτοιο
πλούτο ήθελε.Τους είπε να φύγουν, μα αυτοί δεν έφευγαν. Άρχισαν να γίνονται όλο
και πιο ζόρικοι.Είδε και απόδε ο εξαντλημένος ξωμάχος και τους είπε να καθίσουν
σε κάτι κούτσουρα που είχε στην αυλή και να περιμένουν. Είπε στην γυναίκα του να
σερβίρει τσίπουρο σε όλους.Εκείνη έτρεξε στην κουζίνα και σε λίγα λεπτά
επέστρεψε κρατώντας ένα δίσκο γεμάτο με τα μικρά ποτηράκια του τσίπουρου, τις
λεγόμενες δακτυλήθρες. Η μυρωδιά του γλυκάνισου έσπασε τις μύτες των ταλαίπωρων.
Πέρασε κάποια ώρα και ο νοικοκύρης Νάσιος, φύσει σοβαρός, συζητώντας με τους
ανεγκέφαλους και ακούγοντας κάθε λογής κοτσάνα να βγαίνει από το στόμα τους,
κατάλαβε το επίπεδο των συνομιλητών του και αποφάσισε να δράσει ανάλογα.
Πήρε τους τρεις μαγεμένους, που είχαν ταρακουνηθεί λίγο από το δυνατό τσίπουρο
και τους έβαλε να σταθούν έξω από το μαγειρείο. Αυτός μπήκε μέσα, έκλεισε πόρτες
και παντζούρια, πήρε δυο καπάκια κατσαρόλας κι άρχισε να χτυπά δυνατά. Μετά από
λίγα λεπτά της ώρας βγήκε έξω από το μαγειρείο και ανήγγειλε στην ανυπόμονη
συντροφιά ότι τα μάγια λύθηκαν.Όλοι οι παριστάμενοι πανηγύρισαν έξαλλα και
φιλούσαν και αγκάλιαζαν τα απαλλαγμένα απ’ τα δεσμά της μαγείας προσφιλή τους
πρόσωπα.
Βγάλανε τότε ορισμένοι να δώσουν μερικές λίρες στον λυτρωτή.Τίμιος άνθρωπος
αυτός, τις αρνήθηκε.Ευθύς, απευθυνόμενος με αυστηρότητα στον μικρό όχλο, είπε
ότι ήταν τα τελευταία μάγια που λύνει και ότι θα κάψει την σολομωνική στο τζάκι
του μαγειρείου, μπροστά στα μάτια τους.Έτσι πήγε έφερε το μαύρο, τρισκατάρατο
βιβλίο και το έριξε στην φωτιά, παρουσία του πλήθους.Ξαφνιασμένοι ορισμένοι
φώναζαν να μην το κάνει.
Κάποιος πιο έξυπνος καθησύχασε τους υπόλοιπους λέγοντας ότι δεν πειράζει που το
έκαψε το βιβλίο γιατί δεν το χρειαζόταν πλέον, αφού τις μεθόδους θα τις είχε
σίγουρα αποστηθίσει.
Τότε ο μπάρμπα- Νάσιος κατάλαβε ότι οι μεν ανόητοι δεν παλεύονται , οι δε τρελοί
είναι αήττητοι.
--------------------------------------------------
«…και ίδου ίππος χλωρός, και ο καθήμενος επάνω αυτού, όνομα αυτώ ο θάνατος,…»
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΕΦ. ΙΗ’

Η ΥΛΟΤΟΜΗΣΗ
Η ζωή στην σύρτα ήταν σκληρή. Τα μακρόστενα, μακρόσυρτα αυτά καταλύματα
χρησιμοποιούνταν από τους κολίγους για σπίτια.
Σπίτια γίνονταν στο μυαλό του καθενός, που ‘μενε μέσα τους. Στην ουσία όμως
επρόκειτο για κάτι παραπλήσιο με αυτό που σήμερα λέμε υπό κατεδάφισιν. Μια
κουρελού έφραζε την πόρτα κι ένα παλιοτσόλι το παραθύρι.
Κάθε οικογένεια, που τον καιρό εκείνο ήταν όλες πολυμελείς, είχε ένα ως δύο
δωμάτια. Κι όλα τα μέλη της πάσχιζαν για τον άρτο τον επιούσιο. Από τα πιο μικρά
ως τα πιο μεγάλα. Μια με τα πρόβατα, μια με τα χωράφια, την άλλη με την
κατεργασία όλων των προϊόντων που παρήγαγαν, προσπαθούσαν να επιβιώσουν.
Μα κι αυτή η επιβίωση, πόσο δύσκολη τους ήταν και πόσο πιο δυσκολότερη γινόταν
όταν ο τσιφλικάς έπρεπε να πάρει το μεράδι του. και το κράτος τον φόρο του.
Δεν φτάνει που ‘χαν όλα αυτά, είχαν και τις καιρικές συνθήκες να αντιμετωπίσουν.
Αυτόν τον διαολοχειμώνα που πολλοί τον έβγαζαν δύσκολα κι άλλοι καθόλου.
Πέθαιναν κάθε καταχείμωνο, κυρίως γέροι αλλά κι άλλες ευπαθείς ομάδες του
πληθυσμού, όπως λένε και τα μέσα ενημέρωσης στις μέρες μας.
Έτσι λοιπόν κάθε οικογένεια έπρεπε να κάνει το κουμάντο της το φθινόπωρο, να
μαζέψει ξύλα. Πώς όμως κι από πού; Το διπλανό βουνό ήταν δασωμένο. Μπόλικα τα
δέντρα του και δασιά.
Μα η υλοτομία απαγορευόταν και μάλιστα αυστηρά. Το κράτος θέλοντας να
προστατεύσει τον δασικό του πλούτο, νομοθέτησε ανάλογα. Βέβαια, σκέφτηκε ο
νομοθέτης πως έπρεπε να κοπούν κάποια ξύλα για τις ανάγκες των κατοίκων και έτσι
επέτρεπε μόνο τα πεσμένα, τα ξεραμένα, τα κεραυνοβολημένα κι ό,τι άλλο ρετάλι
υπήρχε στο δάσος. Προφανώς όμως ήταν ολίγον άσχετος, μια κι αυτά ήταν αμελητέα
ποσότητα μπροστά στις ανάγκες της καθημερινότητας. Πέρα όμως από την ανάγκη τους
σε ξύλα, οι κάτοικοι με την παράνομη υλοτόμηση κάλυπταν και ένα μέρος του
ελλειμματικού πάντοτε εισοδήματός τους, πουλώντας που και που κανένα δεμάτι ξύλο
στο παζάρι της πόλης. Έτσι, φαινόμενο συχνό ήταν η παράβαση του νόμου περί
υλοτομήσεως και συχνά πυκνά, τα όργανα της τάξεως, που τους είχε ανατεθεί το
καθήκον της ακεραιότητας του δάσους, επιδίδονταν στην δίωξη των παραβατών.
Κείνη την εποχή ήταν που, μια μέρα πολύ πριν χαράξει, είχαν ξεκινήσει απ’ τις
συρτές κάποιου χωριού μερικοί άντρες μαζί με τα γαϊδουράκια τους για να παν να
φέρουν ξύλα. Μαζί μ’ αυτούς ήταν και ο Χρήστος, πατέρας τεσσάρων ανήλικων
παιδιών, ένας θηρίος άντρας ίσα με δύο κεφάλια πάνω απ’ τους άλλους. Πήραν τον
ανήφορο για το διπλανό βουνό για να φτάσουν στο πυκνό δάσος που το σκέπαζε. Η
δροσιά εν αφθονία. Η φθινοπωριάτικη πρωινή ψύχρα δεν ενοχλούσε και ιδιαίτερα
τους σκληροτράχηλους αυτούς ανθρώπους.Ο τόπος από την υγρασία ήταν σχεδόν
μούσκεμα. Κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην σηκώνεται κουρνιαχτός από το πέρασμα
των καλοσαμαρωμένων γαϊδουριών τους. Είχαν προλάβει με το πρώτο φως της μέρας να
‘ναι χωμένοι στο δάσος και να πασχίζουν με τα τσεκούρια τους να κόψουν από δυο
δεμάτια ξύλα ο καθείς τους.
Κοντά στο μεσημέρι είχαν τελειώσει και άρχισαν να φορτώνουν τα ζώα τους. Η
φόρτωση αυτού του τύπου ήταν μια ειδική διαδικασία όπου απαραίτητη ήταν η
παρουσία σχοινιών και μιας φορτωτήρας, είδος ξύλου που κατέληγε σε φούρκα
(διχάλα) και χρησιμοποιούνταν για την υποστήριξη του φορτίου στην φόρτωση και
την εκφόρτωση.
Αφού φορτώθηκαν όλα τα ζώα, ξεκίνησε η παρέα να επιστρέφει στο χωριό. Θα ‘ταν
δεν θα ‘ταν στα μέσα του δρόμου όταν εμφανίσθηκε ξαφνικά μπροστά τους ένας
αγροφύλακας. Ήταν του διπλανού χωριού, αλλά ξέραν ότι το μέρος που βρίσκονταν
ήταν το όριο ανάμεσα στα δύο χωριά. Πάγωσαν όλοι μιας και γνώριζαν ότι ο εν λόγω
αγροφύλακας ήταν ζαβός και δεν χαριζόταν εύκολα. Τους είπε να κατεβάσουν τα
δεμάτια τους απ’ τα ζώα. Πιο κοντά στον αγροφύλακα ήταν ο Χρήστος. Όλοι άρχισαν
να ξεφορτώνουν.
Ένας που, από το πολύ άχτι που είχε τον τρισπίθαμο αγροφύλακα, βλέποντας τον
Χρήστο να πιάνει την φορτωτήρα, νόμισε πως, αντί να την χρησιμοποιήσει στο
ξεφόρτωμα, θα κτυπούσε τον αγροφύλακα και φώναξε επιπόλαια :
- «Α ρε κάθαρμα, σε τέλειωσε ο Κίτσιος».
Ο αγροφύλακας πανικοβλήθηκε, τράβηξε τον πάντα γεμάτο γκρα του και σκότωσε τον
Χρήστο.
Άδικο το φονικό.Αλλά αυτά συμβαίνουν όταν προτρέχει η γλώσσα από τον νου.
------------------------------------------------
<<…..των μεν υπό στάθμα νέμονται ού θέμιν ουδέ δίκαν ξείνων υπερβαίνοντες.…….>>
ΠΙΝΔΑΡΟΣ

ΤΟ ΒΑΚΟΥΦΙΚΟ
Ήταν η γιορτή του Αϊ- Θανάση. Η εκκλησία κατάμεστη. Ιερά πανήγυρις του ομώνυμου
Ιερού Ναού. Ο κόσμος από τον εσπερινό της προηγούμενης συνέρεε ασταμάτητα.Τα
κεριά δεν χωρούσαν πλέον στο μανουάλι και η νεωκόρος δεν προλάβαινε να σβήνει τα
προηγούμενα για να μπορέσει ο κόσμος να ανάψει τα επόμενα.Τα κέρματα έπεφταν
άφθονα στο παγκάρι. Αυτό, αδηφάγο φαινόταν. Κατάπινε με ιδιαίτερο τρόπο τους
οβολούς. Από τον ήχο όλοι καταλάβαιναν ότι βαρυστομάχιασε.
Ένας ζωηρός έφηβος καθόταν κοντά του. Γιόρταζε εκείνη την ημέρα.Φορούσε τα καλά
του και έλαμπε όπως λαμποκοπούσε η εκκλησία από πάστρα.Μα το μυαλό του δεν ήταν
συγκεντρωμένο. Δεν τον ενδιέφερε η λειτουργία. Σπάνια πατούσε στην εκκλησία.
Τους γύρω του ούτε που καταδεχόταν να τους κοιτάξει. Άλλωστε όλοι οι άλλοι ήταν
σε καλύτερη κατάσταση απ’ αυτόν. Η οικογένεια του ήταν από τις πιο φτωχές. Η
φυσική ως έναν βαθμό ζήλια είχε πολύ σύντομα μετατραπεί σε φθόνο. Φθονούσε
αυτούς που γύρω του είχαν αγαθά και αυτός τα στερούνταν. Φθονούσε αυτούς που
είχαν τον αέρα του παραλή αλλά και την υπεροψία του καβαλάρη.
Άκουγε τα κέρματα να πέφτουν στο παγκάρι. Αχ! Και να τα είχε στην τσέπη του. Τι
θα μπορούσε να κάνει! Πρώτα απ’ όλα θα έτριβε μερικά στις μούρες των γύρω του.
Μετά θα αγόραζε ωραία ρούχα και έπειτα θα έκανε ταξίδια. Οι ήχοι από τα κέρματα
που συνέχιζαν ασταμάτητα να πέφτουν ήταν σουβλιές μέσα στο μυαλό του. Σουβλιές
που γίνονταν τα σκαλιστήρια που ανακάτευαν τα πάθη στο βάθος της ψυχής. Εκείνο
που στριφογύριζε στο μυαλό του ήταν να πάρει ένα μέρος από αυτά τα αργύρια. Αλλά
φοβόταν μήπως ήταν τα αργύρια της προδοσίας. Αυτά τα διαόλια που θα τον ταύτιζαν
με τον Ιούδα αυτό το μισητό πρόσωπο στην παιδική ψυχή και στην λαϊκή παράδοση.
Αυτό δεν το ήθελε.
Έτσι έβαζε το μυαλουδάκι του να βρει το ιδεολογικό υπόβαθρο να στηρίξει τον
πειρασμό του και να τον κάνει πράξη. Κάτι σκέφτηκε. Μερικές φορές ο διάολος
διδάσκεται από τους ανθρώπους. Εκεί που κοιτούσε την εικόνα του αγίου, την
στολισμένη με άνθη, σκέφτηκε πως όλοι κάνουν δώρα σ’ αυτούς που γιορτάζουν. Έτσι
και στον άγιο έκαναν οι άνθρωποι τα κεριά τους και ότι άλλες προσφορές. Επίσης
και στους εορτάζοντες κοσμικούς, δώρα τους πήγαιναν συγγενείς και φίλοι.
Σ’ αυτόν δεν είχε κάνει κανένας ένα δώρο ως τώρα. Η οικογένεια του ζούσε
απομονωμένη. Δεν είχε οικονομική ευχέρεια για κοινωνικές συναναστροφές. Σκέφτηκε
με το μυαλό ελαφρώς συννεφιασμένο ότι ίσως έπρεπε να του κάνει ένα δώρο ο άγιος
του οποίου το όνομα φέρει.Προβληματίστηκε λίγο ακόμη.Μετά συνειδητοποίησε ότι
έφτασε η λειτουργία στο τέλος της.
Έφυγε χωρίς να νοιαστεί κανείς για αυτόν. Χωρίς να του πει ούτε ένας Χρόνια
Πολλά, Πολύχρονος. Προχώρησε σ’ αντίθετο δρόμο απ’ αυτόν που ήταν το σπίτι
του.Περπάτησε πολύ. Έφτασε σε μια βρύση, έσκυψε ήπιε νερό. Νερό που αντί να τον
δροσίσει τον άναψε πιο πολύ. Μέσα του περίμενε το δώρο του. Περίμενε πολλά εξ’
ουρανού. Κυρίως να πτωχεύσουν οι πλούσιοι και να χορτάσουν οι φτωχοί.
Τον πήρε αργά η νύχτα.Τα φώτα των σπιτιών που είχαν γιορτή ήταν αναμμένα με
περίσσια σπατάλη.Έβλεπε τους δώρα φέροντες επισκέπτες να μπαινοβγαίνουν στις
φωταγωγημένες οικίες. Τότε πήρε την απόφασή του.
Όταν δεν σου δίνουν κάτι που δικαιούσαι, τι κάνεις; Ή το παρατάς εκεί που είναι
ή πας και το παίρνεις μόνος σου, με τον τσαμπουκά σου. Περίεργη λογική; Ίσως. Μα
ήταν η δικιά του λογική. Η λογική της ομίχλης. Αυτή που έχει μόνο λίγα μέτρα
ορατότητα. Ίσως η λογική της απελπισίας, της απογοήτευσης, της πίκρας. Μπορεί
και η λογική του πλιάτσικου, του άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις.
Θολό το βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Βρίσκει λογικές και ιδεολογήματα που ούτε ο
διάβολος μερικές φορές δεν υποψιάζεται.
Τα βήματα του Θανάση ήταν γοργά και αποφασιστικά. Μέσα από έρημους δρόμους και
κάνοντας μεγάλο κύκλο έφτασε στα σκαλοπάτια του Ναού. Είδε το λουκέτο στην
πόρτα.Έβγαλε το λοστό που είχε κρυμμένο κάτω από το μπουφάν. Το έχωσε μέσα στο
λουκέτο, για μια στιγμή δίστασε. Ίσως να ήταν το τελευταίο οχυρό αντίστασης. Για
κλάσματα του δευτερολέπτου έπεσε και αυτό. Τράβηξε τον κοντραρισμένο λοστό.Το
λουκέτο έσπασε και η πόρτα άνοιξε.Αφρισμένος λοιπόν χίμηξε στο παγκάρι. Έδωσε
μια στο λουκετάκι του, αμέσως τα αργύρια έγιναν κτήμα του.Τα έβαλε στις τσέπες
του, έφυγε χωρίς να κοιτάξει δεξιά και αριστερά, σκυφτός, όπως οι ένοχοι.Μα πίσω
στην πλάτη του ένιωθε δυο μάτια να τον κοιτούν, ένιωθε δυο καρφιά. Πιθανόν του
αγίου.
Την άλλη μέρα η είδηση αναστάτωσε την περιοχή. Όλοι μιλούσαν για την ιεροσυλία.
Πολλοί διερρήγνυαν τα ιμάτια τους. Μα θα ήταν καλύτερα τα πράγματα, αν ορισμένοι
από αυτούς τους οργίλους διερρήγνυαν το πουγκί τους.
Αυτός παγερός κι’ αδιάφορος εξωτερικά. Εσωτερικά όμως ανάστατος. Στο σπίτι του
όλοι ανυποψίαστοι. Εκτός από ένα πρόσωπο την γιαγιά. Αυτή είχε καθαρίσει το πρωί
το δωμάτιο του και είχε βρει μερικά κέρματα στο κρεβάτι του εγγονού της. Αυτό
δεν της άρεσε καθόλου. Κάτι ψυλλιάστηκε.
Οι γονείς έφυγαν για τις δουλειές τους και τα παιδιά για τα σχολεία τους. Το
μεσημέρι επέστρεψε πρώτος ο παραβάτης εγγονός. Ένοχος όντας απέφυγε να κοιτάξει
τη γιαγιά του στα μάτια. Αυτή του έβαλε να φάει. Τον κοίταξε που με δυσκολία
κατέβαζε τις μπουκιές.
-Παιδάκι μ’ κοίταξε μι, του είπε.
Οι λέξεις τον χαστούκισαν. Σήκωσε το βαρύ κεφάλι του και την είδε.
-Παιδάκι μ’ πατ’σες το βακούφκου; ρώτησε με την βαριά θεσσαλική της προφορά μα
δεν πήρε απάντηση.
-Δε θα δεις προυκουπή στη ζωή ‘σ’.
Και μετά σιωπή. Σιωπή για πάντα.Η γιαγιά σε λίγες μέρες έπαθε εγκεφαλικό και
έχασε τη λαλιά της.Το μεγάλο μυστικό δεν ειπώθηκε σε κανέναν άλλον.Μόνο που ο
προφητικός λόγος της επαληθεύτηκε επακριβώς.
Τα χρόνια που ακολούθησαν έθεσαν τον τότε νεαρό στο περιθώριο της κοινωνίας.
Πιθανόν για όσο θα χρειαστεί να εξοφλήσει το χρέος του. Ο Θεός κρατάει κετάπια.
Και κάνει καθαρούς λογαριασμούς με τους ανθρώπους. Αυτοί μπερδεύονται όμως κι
έτσι πολύ εύκολα η διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τα κτερίσματα, τις προσφορές
και τα αφιερώματα από την μετατροπή τους σε αργύρια προδοσίας, ή σε ειδωλόθυτα,
σβήνεται.
------------------------------------------------
<<…….αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα επί τρίτην και τετάρτην γενεάν……>>
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΚΕΦ. Ε’

Η ΣΤΕΡΦΑ
Δύσκολος ο χειμώνας σε τούτο το παλιόμερο. Η βροχή ασταμάτητη. Ασταμάτητη και
παγερή. Το χωριό ούτε ένα δρόμο της προκοπής. Μια ηλικιωμένη θείτσα προσπαθούσε
να δρασκελίσει τις μπάρες που σχημάτιζε το βρόχινο νερό. Είχε ριγμένο πάνω της
ένα τραγίσιο κοντοκάπι. Το βήμα της, την μια αργό και την άλλη γρήγορο,
καθοριζόταν από το κόλλημα που κάναν στη λάσπη τα ευρύχωρα καουτσούκια που
φορούσε.
Σουρούπωνε κείνη την ώρα. Ψυχή δεν υπήρχε στα σοκάκια και τις ρούγες. Το μόνο
που κινιόταν στο μουντό περιβάλλον ήταν οι καπνοί που βγαίναν απ’ τους
μπουχαρίδες των σπιτιών και στεφάνωναν τις στέγες.
Έφτασε σε ένα χαμόσπιτο η θείτσα αυτή, η αγαπητή σ’ όλο το χωριό γιατί ήταν η
προξενήτρα. Βρόντησε την πόρτα του σπιτιού, ενός σπιτιού που περισσότερο έφερνε
προς σωρό από πλίνθους και κεράμους ατάκτως ειρημένους. Πήγε ένα απ’ τα
στερνοπαίδια της φτωχικής φαμίλιας κι άνοιξε την σαρακοφαγωμένη πόρτα.
Καλησπέρισε η προξενήτρα τους σπιτικούς και αυτή την μποϊρισαν στην τάβλα τους
μια και τους βρήκε πάνω στο δείπνο.
Σηκώθηκε η νοικοκυρά, πήρε ένα πιάτο και πήγε στον μπουχαρή, ξεσκέπασε τον
τέντζερη που ‘χε πάνω στη φωτιά, πήρε την κουτάλα κι ανακάτεψε το περιεχόμενο
δυο-τρεις φορές και μετά έβαλε δυο γεμάτες κουταλιές κατσαμάκι στο πιάτο.Το
πρόσφερε στην μουσαφίρισσα και μετά της έδωσε ένα χλιάρι μαζί με μια φέτα
μπομπότα που ‘ταν μαλακή σαν πέτρα.
Αφού λίγδωσε λίγο τ’ άντερο της φιλοξενούμενης, άρχισε να μπαμπαλίζει επαίνους
για το σπιτικό τους, τη φαμίλια, το νταμάρι τους, για να καταλήξει μετά από μια
σειρά υπερβολών στο μεγάλο κορίτσι της οικογένειας. Αυτό ήταν και ο
αντικειμενικός της σκοπός, γι’ αυτό τους κουβαλήθηκε βραδιάτικα μ’ αυτόν τον
βουρκωμένο καιρό. Τους είπε πως μεγάλη τύχη τους βρήκε. Πως θα συμπεθέριαζαν μ’
ένα πλούσιο και μεγάλο σόι.
Οι γονείς του κοριτσιού απόρησαν. Ποιοι ήταν αυτοί που θέλαν την κόρη τους για
νύφη, αφού ούτε μια αλλαξιά εσώρουχα δεν είχε για προίκα. Η προξενήτρα τους
καθησύχασε λέγοντάς τους πως μπορεί να μην είχε προίκα η κόρη τους,είχε όμως
ομορφάδα μοναδική και ξακουστή. Και λέγοντας αυτά, φανέρωσε και το όνομα του
υποψήφιου γαμπρού, που πράγματι ήταν από τα πρώτα της περιοχής.
Μα αντί να ενθουσιαστούν, τους είδε να κοιτιούνται στα μάτια σιωπηλοί και
σκεφτικοί.Σαν είδε έτσι η έμπειρη προξενήτρα, είπε πως δεν ήθελε απάντηση
αμέσως, αλλά θα περνούσε την επομένη το βράδυ να της την δώσουν. Άλλωστε με τη
φτώχια και την πείνα που ‘χαν εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι άνθρωποι,
ήταν για αυτήν μια ευκαιρία να φάει ένα πιάτο φαγητό ακόμη. Σηκώθηκε, χαιρέτησε
με χίλια μαλαμάτια και πήρε τον δρόμο για το σπίτι της.
Όταν έκλεισε η ξώπορτα, η οικογένεια απόμεινε μόνη της. Η μάνα έστειλε για ύπνο
τα υπόλοιπα παιδιά. Έμειναν οι τρεις τους.Ο πατέρας πήρε το λόγο και μίλησε για
την υπόθεση. Τους είπε πως, ναι, η τύχη ήταν μεγάλη, αλλά αυτοί ήταν δύσκολοι
άνθρωποι και στριφνοί. Μα απ’ την άλλη την πολύτεκνη οικογένειά τους την μάστιζε
μεγάλη φτώχια κι αυτός ο γάμος θα τους ανακούφιζε πολύ, μια και το κορίτσι το
ένα θα το πάντρευαν τζάμπα.
Αφού σκέφτηκε λίγο ακόμη, σιωπηλός, ξαναμίλησε και απευθύνθηκε στην γυναίκα του,
ζητώντας τη γνώμη της. Αυτή είπε, ας αποφασίσει το κορίτσι καλύτερα. Τότε
στρεφόμενοι προς το κορίτσι της είπαν να σκεφτεί καλά τα πράγματα και να τους
απαντήσει ως την επαύριο τ’ απόγευμα, γιατί έπρεπε κι αυτοί να δώσουν με τη
σειρά τους μιαν απόκριση στην προξενήτρα.
Η κοπέλα δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Ήξερε κι η ίδια πόσο ζαβοί και στριμμένοι
άνθρωποι ήταν όλοι αυτοί από αυτό το συνάφι. Μα απ’ την άλλη σκεφτόταν και πόση
τυράγνια είχαν στο σπιτικό τους απ’ την καταραμένη φτώχια. Σκέφτηκε από ‘δω,
σκέφτηκε από κει, στ’ αλήθεια ήταν και μορφονιός ο γαμπρός, ύστερα είπε και με
το μυαλό της πόσο χειρότερα θα περνούσε κι αποφάσισε να πει το ναι.
Την επομένη τ’ απόγευμα η προξενήτρα έφτασε την ίδια ώρα με την προηγούμενη
μέρα. Πιθανόν για να τους ξαναβρεί στην τάβλα. Αλλά αυτοί είχαν φάει νωρίτερα
και το μόνο που της πρόσφεραν ήταν ένα γλυκό κουταλιού κι αυτό ζαχαρωμένο, απ’
τον καιρό του Νώε. Το ‘φαγε, έτσι κι αλλιώς δεν είχε καλύτερη επιλογή. Μετά
σήκωσε το ποτήρι με το νερό κι ευχήθηκε τα μύρια καλά στην οικογένεια.
Αφού τελείωσε με τα προλογίσματα, η μαλιματζού θειά, ζήτησε να πάρει και την
απάντηση για το προξενιό. Μόλις της αποκρίθηκαν θετικά, άρχισε ασταμάτητα να
εύχεται ό,τι της κατέβαινε στο κεφάλι. Πέρασε λίγη ώρα με το αφηνίασμα της
γλώσσας της, τα μάζεψε γρήγορα από το φτωχόσπιτο και τρέχοντας ως η χήνα,
διάνυσε το δρόμο μέχρι τ’ αρχοντικό του γαμπρού. Εκεί άρχισε να κακαρίζει σαν
κότα και να αναγγέλλει τα χαϊρλίδικα, αναμένοντας να εισπράξει ένα μεγάλο ρεγάλο
για το αίσιο τέλος της προξενιάς¨ και έτσι συνέβη.
Την άλλη μέρα αντάμωσαν οι δύο κύρηδες και δώσαν τα χέρια. Το νέο διαδόθηκε στο
χωριό. Σε μια βδομάδα άλλαξαν δαχτυλίδια και γιόρτασαν τ’ αρραβωνιάσματα εν
χορδαίς και οργάνοις. Κοντά στους δυο μήνες έγινε κι ο γάμος. Ένας γάμος που
βούιξε όλη η περιοχή, θες γιατί ήταν ασύνηθος διότι πλούσιος νυμφεύθη φτωχιά,
θες που ‘χε γλέντι κάθε βράδυ κοντά βδομάδες πριν, θες ακόμη πως το ζευγάρι ήταν
φημισμένο για την ομορφιά του, πάντως όπως και να ‘χε το πράγμα, έγινε ντόρος
πολύς.
Οι πρώτοι μήνες ήταν ζαχαρένιοι για το ζεύγος. Μα περνώντας αυτοί, εκείνη η
ρημάδα η ευχή που λέγονταν και επαναλαμβάνονταν διαρκώς στο τέλος της γαμήλιας
τελετής: «άντε και καλούς απογόνους», φαινόταν σαν να μην είχε πιάσει.
Όσο πέρναγε ο καιρός η μικροπαντρεμένη άρχισε να γίνεται αντιπαθητική στην
οικογένεια του άντρα της. Δεν άργησαν σε μερικές γυναικείες υστερίες να πέσουν
και τα πρώτα φαρμακερά λόγια απ’ την πεθερά, όπως : «στέρφα», «σε πήραμε με το
βρακί μονάχα», «θα μείνει ο γιος μου άκληρος με σένα που πήρε» και ων ουκ έστιν
αριθμός λεκτικών μαργαριταριών εμποτισμένων πικρής χολής.
Μέσα σ’ όλα αυτά ο νεαρός σύζυγος γύριζε το βράδυ από το καπηλειό, μερικές φορές
μεθυσμένος και ξαναμμένος από τις μουρμούρες των άλλων και την ξυλοφόρτωνε. Ήταν
δε τόσο βαρύ το χέρι του που μετά από έναν ξυλοδαρμό αυτή έμεινε λιπόθυμη.
Στο κονάκι κανείς δεν πήγε να την βοηθήσει, μόνο η γριά υπηρέτρια που ‘χαν πήγε
και την συνέφερε με μερικά γιατροσόφια. Η νυφιάστα δεν μιλούσε, δεν
αντιστεκόταν, δεν αντιδρούσε, υπομονή έκανε μονάχα.
Όμως μάζευε την πίκρα της μέσα στην ψυχή της, την καταχώνιαζε μαζί με τον
εγωϊσμό της¨ απόγνωση, απελπισία κι άδικο. Μια μέρα το βλέμμα της έπεσε στο
εικονοστάσι του σπιτιού. Ενστικτωδώς πήγε και στάθηκε από κάτω του. Παρακάλεσε
την Παναγία με ό,τι ψυχικά αποθέματα είχε ακόμη, να της δώσει ένα παιδί ,για να
λυτρωθεί από την κατάσταση που βρισκόταν. Δεν πέρασε ένας μήνας και έμεινε
έγκυος. Αλλά αντί να γίνεται ο οικογενειακός περίγυρος πιο φιλικός μαζί της,
όλοι αντάμα άρχισαν να την αγχώνουν λέγοντας ότι έπρεπε να φέρει αγόρι στον
κόσμο.
Κι άλλη ψυχολογική πίεση, κι άλλο μαρτύριο. Μα κι άλλες πίκρες μάζευε η ψυχή
της, μια καλή κουβέντα από κανέναν, μόνο απαιτήσεις απ’ αυτήν;
Τα σκεφτόταν αυτά και έσπαγε η ψυχή της και μετά με κόπους και βασάνους σύναζε
τα κομμάτια της για να φτάσει ως τον τοκετό. Επιτέλους ήρθε η ώρα του τοκετού.
Και έτεκεν υιόν. Από κι κι έπειτα άρχισαν όλοι ν’ αλλάζουν στάση απέναντί της.
Μα το ποτήρι είχε ραγίσει. Τους ένιωθε όλους ξένους. Ήθελε εκδίκηση.
Έτσι συμβαίνει, αν δεν προσέξει κάποιος τις πικρίες του, τότε αυτές στάζουν στα
έγκατα της ψυχής δηλητήριο που καταλήγει να γίνεται επικίνδυνο μίσος.
Λιγόλογη και κλειστή πια στον εαυτό της είδε το παιδί να μεγαλώνει και να φτάνει
κοντά πέντε χρονών. Ήταν τότε ακριβώς που κτύπησε την πόρτα του σπιτιού ένας
καλοντυμένος άντρας¨ απ’ τα ρούχα του φαινόταν από χιλιόμετρα ότι δεν ήταν
χωριάτης. Μόλις τον είδε η πεθερά της κόντεψε να της φύγει η ψυχή, έτρεξε και
έπεσε στην αγκαλιά του φιλώντας τον και κλαίγοντας.
Ήταν ο αδερφός της από την Αμερική. Είχε χρόνια πολλά να τον δει, σχεδόν ένα
τέταρτο του αιώνα. Είχε φύγει πριν τον γάμο της, δεν τον ματάδε από τότες. Μόνον
αραιά του ‘στελνε και της έστελνε κανένα γράμμα και τα τελευταία έξι χρόνια τα
‘χαν σταματήσει κι αυτά. Μα του χρωστούσε πολλά.
Αυτός την είχε προικίσει στην ουσία, στα δολάρια, του χρωστούσε ένα μέρος της
ευτυχίας της. Αυταρχική, όπως ήταν γυναίκα, διέταξε στην κυριολεξία,
στρατιωτικά, τη νύφη της και τη γριά υπηρέτρια να ετοιμάσουν τραπέζι. Σε λίγα
λεπτά κατέφτασαν και οι άντρες της οικογένειας. Αφού αγκαλιάστηκε και φιλήθηκε
με τον γαμπρό του, μετά ασπάστηκε τον ανεψιό του και μια που δεν τον είχε
γνωρίσει ως τότε, στάθηκε ακίνητος θαυμάζοντας τον τι παλικάρι ήταν. Μ’
αμερικανική αφέλεια και προφανώς μην έχοντας συνειδητοποιήσει πως η νεαρή
γυναίκα που ετοίμαζε το τραπέζι ήταν η σύζυγος τ’ ανεψιού, ρώτησε αν είχε
παιδιά.
Ο νεαρός απάντησε θετικά. Ο ελληνοαμερικάνος γύρισε προς την αδελφή του και την
ρώτησε αν ξαναπαντρεύτηκε το παιδί της, μια όπως είπε του ‘γραφε πως η πρώτη
νύφη ήταν στέρφα. Η πεθερά δαγκώθηκε, του είπε πως όχι, η ίδια νύφη τελικά
γέννησε. Αντιλαμβανόμενος την μεγάλη του γκάφα, ο θείος, άλλαξε αμέσως χρώμα στη
φωνή του θέλοντας να σπάσει την σαστιμάρα και ρώτησε το φύλλο του παιδιού.
Τότε η νύφη–που μέχρι κείνη τη στιγμή ούτε καν την είχαν συστήσει με αποτέλεσμα
ο θείος να την περάσει για παραδουλεύτρα-μη μπορώντας να αντέξει άλλη πίκρα και
προσβολή, μάζεψε ό,τι δηλητήριο είχε μέσα της και μέσα από τα σφιγμένα δόντια
της έδωσε αυτή την απάντηση. «Αγόρι και θα σας πηδήξει όλους». Προκαλώντας
δυσφορία στην οικογενειακή σύναξη και στην ουσία πυροβολώντας εν ψυχρώ τις
συνειδήσεις ολονών. Μα έχοντας όλοι τύψεις για την συμπεριφορά τους απέναντί
της, σιώπησαν.
Δεν πέρασε λίγη ώρα και χτύπησε η ξώπορτα απ’ το κονάκι. Άνοιξε και είδαν το
παιδάκι τους να το κουβαλάνε γιατί πριν λίγα λεπτά εκεί που ‘παιζε σε μια
κοντινή αλάνα με τα άλλα παιδάκια του χωριού ξαφνικά παρέλυσε .
Το παιδί δεν ξαναπερπάτησε στη ζωή του. Μα ούτε και κανείς μες στην οικογένεια
έβγαλε ξανά απερίσκεπτες κουβέντες. Ίσως γιατί όλοι πήραν το μάθημά τους. Η
βιασύνη είναι κάκιστη, η οργή αμάρτημα και η λύτρωση για ανακούφιση, όχι για
εκδίκηση.
----------------------------------------------------
<<……..αλλ' ως ο ληστής ομολογώ σοι. Μνήσθητί μου Κύριε εν τη βασιλεία σου…..>>
από την θεία λειτουργία

Ο ΛΗΣΤΗΣ
Ήταν ο καιρός εκείνος που ανθούσε η ληστεία στη Θεσσαλία και στις γύρω
περιοχές.Ληστές διάφοροι και ποικίλης προελεύσεως. Ληστές με διαφορετική ιστορία
ο καθένας. Το όνομα ληστής τους δυσφημεί τους περισσότερους. Όπως το όνομα
κλέφτης και αρματολός, έτσι και το ληστής και αμαρτωλός παρεξηγημένο ήταν. Το
«αμαρτωλός» κατανοητό να έχει μια γενίκευση, αμαρτωλοί άλλωστε είμαστε όλοι από
κούνια.Το «ληστής» δυσνόητο γιατί το ποιος ληστεύει ποιόν ήταν αμφισβητήσιμο.
Και ο νόμος πάντα νόμος μόνο για τους απλούς ανθρώπους. Όπως και ο άγραφος
κώδικας τιμής μόνο για αυτούς και για τους ληστές εκείνης της εποχής που καμιά
συγγένεια δεν είχαν με τους σημερινούς μαφιόζους .
Η πόρτα στο σπίτι ενός χωριού του κάμπου χτύπησε.Ήταν ξημέρωμα. Η οικογένεια
ξύπνησε και ο κύρης άνοιξε την πόρτα. Μια κάνη από ντουφέκι ακούμπησε στο
πρόσωπό του. Το αίμα του φιλήσυχου χωριάτη πάγωσε.
- Μη φωνάξει κανείς και μη φοβάστε.
Πώς να φωνάξουν, άλλωστε τους κόπηκε η λαλιά από το φόβο. Ωχροί είχαν γίνει.
- Όλη η οικογένεια να έρθει εδώ.
Σηκώθηκαν και τα παιδιά από τα στρώματα και πήγαν στο καθιστικό μαζί με τους
γονείς και τους παππούδες.
- Να κάτσετε απέναντί μου όλοι σας να σας βλέπω.
Αυτοί υπάκουσαν. Μετά έκατσε κάτω στην τάβλα ο ξένος.
Σήμερα δεν θα πάτε στο χωράφι, ούτε θα ανοίξετε σε κανέναν, κιχ δεν θα κάνετε.
-Φαγητό έχει; ρώτησε πάλι ο αγριεμένος οπλοφόρος.
-Ναι καπετάνιο, απάντησε ο σπιτονοικοκύρης και έκανε νόημα στην κυρά του να
φέρει φαΐ.
-Θα μείνω μέχρι να νυχτώσει.
-Όσο θέλεις ,του είπε ο αγρότης.
Το φαγητό ήρθε. Ψωμί, τυρί και μερικά κομμάτια πλαστό. Τα έφαγε γρήγορα. Έτσι
τρώνε οι κυνηγημένοι.
-Υπάρχει καθόλου καπνός;
-Ναι.
Του έδωσε ο οικοδεσπότης ένα σακούλι και τσιγαρόχαρτα. Έστριψε κάμποσα αμίλητος.
Άναψε ένα και ένα πρόσφερε στον τρομαγμένο παππού της οικογένειας. Χαμογέλασε
για να σπάσει τον πάγο. Τράβηξε μερικές τζούρες και μετά πήρε μια ανάσα βαθιά
και απολαυστική και αποφάσισε να μιλήσει.
-Από παιδιά πας καλά, από βιος πως πας;
-Έχω δυο στρέμματα, τρεις γελάδες και ένα γουρούνι. Και δουλεύουμε στα χωράφια
ενός τσιφλικά στο διπλανό χωριό εγώ, η γυναίκα μου, ο πατέρας μου και τα μεγάλα
παιδιά μου.
-Συ ποιος είσαι καπετάνιε;
-Σε ρώτησα εγώ ποιος είσαι εσύ; Εσύ γιατί ρωτάς;
Ο αγνός χωριάτης πήγε να αυτοσυστηθεί μα εκείνος τον σταμάτησε λέγοντας ότι ήταν
καλύτερα να μην ξέρει.
-Για μένα είπε ο ληστής θα μάθεις ποιος είμαι αύριο, μεθαύριο.Αλλά ούτε εγώ σε
είδα ούτε εσύ εμένα.
Ο νόμος δεν ήταν μόνο βαρύς για τους ληστές , αλλά πολύ αυστηρός και για τους
ληστοτρόφους. Ο ληστής το ήξερε καλά αυτό και το εξήγησε και στον συνομιλητή του
και μετά άρχισαν να κουβεντιάζουν διάφορα για την περιοχή, για τα μαντριά, που
τα είχαν οι Βλάχοι, που οι Σαρακατσαναίοι, που οι Καραγκούνηδες και για τα
περάσματα. Είπαν για κάνα δυο τσιφλικάδες, για τα κρίματα που έκαναν τελευταία
στα γύρω χωριά.
Η ώρα πέρασε, σουρούπωσε. Ο άγριος και φοβερός στην μορφή ξένος ετοιμάστηκε να
φύγει. Είχε πάει νύχτα και ήρθε πάλι η νύχτα που τα σκεπάζει όλα και πιο πολύ
την ανομία και ήταν η ώρα του να δράσει. Έδωσε το ταγάρι του να το γεμίσουν με
φαγητό και το λαήνι του με νερό και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Κοντοστάθηκε
και γυρνώντας ρώτησε πόσο χρονών ήταν η μεγαλύτερη κόρη. «Δεκάξι», του
απάντησαν, τρομαγμένοι για ευνόητους λόγους.Έβγαλε από τον κόρφο του ένα πουγκί
και το πέταξε στην νοικοκυρά του σπιτιού.
–Να, πάρε, να το παντρέψεις το κορίτσι.
Η πόρτα έκλεισε. Ο άγνωστος χάθηκε μέσα στην νύχτα. Μόνο λίγα γαυγίσματα σκυλιών
ακούστηκαν και μετά πάλι σιγή.Αναρωτήθηκαν ποιος ήταν ο ληστής.Χμ! Μα φυσικά ο
εκ δεξιών του Ιησού,στη Σταύρωση.
-----------------------------------------------
ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΔΩΝ
-----------------------------------------------
Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω το κεφάλι από τσ’ ερμιές;
΄Υμνος εις την Ελευθερίαν
Διονύσιος Σολωμός

Η ΦΥΓΗ
Οι πατούσες είχαν πληγωθεί, τα παπούτσια κατεστραμμένα είχαν προ πολλού
εγκαταλείψει τα βιαστικά ποδάρια. Οι πέτρες και το κρύο είχαν συμμαχήσει και
μαζί μ’ αυτά η χρόνια φοβία και η αγωνία για τον άγνωστο κόσμο που πηγαίνει να
συναντήσει ο Βαγγέλης.
Τα πράγματα στη χώρα των αετών είχαν χαλαρώσει.Το κράτος είχε παραλύσει σαν μια
αόρατη δύναμη να του είχε δέσει τα χέρια.Ίσως να ήταν το άδικο αίμα που το
ρούφηξε με περίσσια λαιμαργία. Στην αρχή δειλά, κρυφά, μυστικά, ακολουθούσαν το
δρόμο προς τον νότο, Έλληνες Βορειοηπειρώτες κι Αλβανοί. Μετά απροκάλυπτα. Να
σκεφτεί κανείς ότι πριν λίγους μήνες αυτό το πράγμα ήταν σίγουρος θάνατος για
τον επιχειρούντα και χρόνιες διώξεις για την οικογένεια του.
Το μυαλό του Βαγγέλη θολό, η ευχή της μάνας, η οικογένεια πίσω, η ανάμνηση των
παιδικών χρόνων που πήγαινε στην εκκλησία και χτυπούσε την καμπάνα, ένας ήχος
που δεν είχε ξεχάσει ποτέ και το πρώτο πράγμα που ήθελε να ακούσει στην ζεστή
αγκαλιά της μητέρας πατρίδας ήταν αυτό.Αυτό το εσώψυχο απωθημένο να εκπληρωνόταν
και ο Θεός ας του έκοβε τόσες μέρες ζωής, όσες οι κτύποι της καμπάνας.Βάδιζε-
βάδιζε κι ο δρόμος ατελείωτος του φαινόταν και οι ώρες κυλούσαν.Η καρδιά του
χτυπούσε όσο διαισθανόταν ότι τα σύνορα ήταν κοντά. Τον πήρε η νύχτα, μα
συνέχισε ώσπου κατάλαβε ότι ήταν κοντά πολύ κοντά στα σύνορα.
Ψύχραιμος όπως ήταν, αποφάσισε να δει τι συμβαίνει πραγματικά και μετά να
περάσει στο ελληνικό.Βρήκε σε εκείνα τα τραχιά μέρη μια εγκοπή του εδάφους και
κούρνιασε μέσα. Θέλησε να κοιμηθεί λίγο, μα δεν μπόρεσε.
Τα δύστυχα χρόνια γυρνούσαν στο μυαλό του. Θυμόταν ότι έξω από το σπίτι είχαν
μια ελιά και δεν τολμούσαν να απλώσουν χέρι πάνω της.Και θυμισιές από τον στρατό
του ερχόταν. Τότε που οι Έλληνες πήγαιναν στον βορρά να υπηρετήσουν και τους
τάραζαν στο καψόνι. Έφερνε στο νου του τους χαφιέδες του χωριού που πήραν πολύ
κόσμο άδικα στο λαιμό τους. Τα στελέχη του καθεστώτος που όταν η θρησκεία δεν
είχε καταργηθεί από τον Χότζα ακόμη , το βράδυ της Ανάστασης περνούσαν απέξω από
την εκκλησία όταν ο ιερέας έψελνε το Χριστός Ανέστη και φώναζαν ψέματα – ψέματα.
Τον πατέρα του που όταν ήταν 12 χρονών και τον έβλεπε που ξεψυχούσε του ψιθύρισε
στο αυτί να μείνει Έλληνας. Αλλά πιο πολύ τον πονούσε η καμπάνα που δεν την
ξανακτύπησε. Ίσως γιατί αυτή υπέγραψε πρώτη και σφραγίδα έβαλε στην λευκή
παιδική ψυχή του. Τον ήχο της δεν τον ξανάκουσε και δεν την ξαναείδε πια καθώς
έκλεισαν οι εκκλησίες.
Χάραξε, τα πρησμένα μάτια από την αϋπνία κοίταξαν τα σύρματα. Τα σύρματα ήταν
ηλεκτροφόρα. Ήταν ακόμη; Δεν γνώριζε. Δεν ήθελε να πάει από την Κακκαβιά όπως οι
πολλοί, φόρα- παρτίδα. Δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανένα. Ύστερα ήθελε να αφήσει
και μια πόρτα ανοιχτή, άφηνε οικογένεια πίσω.
Περίμενε ώρες όλο το βράδυ να περάσει κάποια αλβανική περίπολος,ματαια όμως , το
κράτος μύριζε διάλυση . Μετά από κάμποση ώρα και ενώ είχε πλέον ξημερώσει για
καλά διέκρινε την ελληνική στο βάθος που έκανε το δρομολόγιο της και
απομακρύνθηκε. Τώρα ήταν, σύμφωνα με την λογική του, η κατάλληλη στιγμή να
περάσει στην άλλη μεριά. Πήρε βαθιά ανάσα και έκανε το μεγάλο άλμα. Έτρεξε,
πέρασε, απομακρύνθηκε από τα σύνορα και κρύφτηκε. Μετά βεβαιώθηκε ότι δεν τον
κυνηγούσε κανείς και άρχισε την πορεία του προς το νότο γεμάτος απορία και
αγωνία για το τι θα συναντούσε.
Γοργοπόδαρος καθώς ήταν, τα χιλιόμετρα τα κατάπινε εύκολα. Ήταν για τα καλά
απόγευμα.Περνώντας έξω από ένα χωριό άκουσε την καμπάνα του εσπερινού.
Σταμάτησε, μαρμαρώθηκε. Τα δάκρυα φύγανε από τα μάτια του και πήραν τον δρόμο
για το παγερό χώμα του Γενάρη.Μα αμέσως τσίτωσε τον εαυτό του και τον πίεσε να
συνεχίσει. Ακόμη τίποτε δεν ήταν σίγουρο. Είχε άλλωστε τόσα ακούσει για την
Ελλάδα από την προπαγάνδα, έστω και λίγα να ήταν αληθινά θα είχε τότε κάνει
άδικο κόπο.
Συνέχισε το δρόμο του έως ότου άρχισε να σουρουπώνει. Επιτάχυνε το βήμα του και
πέρασε μια ανηφόρα και τώρα μια δεύτερη και να μπροστά αλλά αρκετά μακριά ακόμη
μια πόλη. Μια πόλη που τα φώτα τώρα άναβαν. Άναβαν σαν τα φώτα της ράμπας στο
θέατρο.
Λίγο το λυκόφως, λίγο τα φώτα της πόλης, λίγο οι αναμνήσεις, έκαναν τον
ταλαιπωρημένο φυγά να ξεσπάσει σε λυγμούς. Έκανε το σταυρό του και έπεσε κάτω,
φίλησε το χώμα. Και εκεί απέμεινε αρκετή ώρα, πολύ, να σπαράζει και να ποτίζει
με δάκρυα την πετρώδη γη. Είχε πλέον νυχτώσει, μα για αυτόν τώρα ξημέρωνε.
-----------------------------------------------
……Τώρα την άβυσσο ρωτάει πώς βρέθηκε άξαφνα δωπέρα,………
Καρυωτάκης

ΜΕΛΟ Τα πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα από την πυρά που τα χτύπησε αλύπητα. Η φωτιά
στη μέση σαν λατρευτικό ξόανο. Η παρέα γύρω- γύρω σαν κυκλικός χορός. Η θάλασσα
παιχνιδιάρα και ο αέρας χαδιάρης. Ο καλοκαιρινός ουρανός έναστρος, λαμπερός,
ευδιάθετος. Η μουγκαμάρα κυρίαρχος του παιχνιδιού. Του παιχνιδιού της ζωής.
Αυτού του παιχνιδιού που δεν παίζεται από ανθρώπους, αλλά εμπαίζει αυτό αυτούς.
Κανείς δεν μιλούσε, γιατί ήταν όλοι τους βυθισμένοι σε αναμνήσεις. Άλλωστε όλο
και κάτι έχει να θυμηθεί κανείς από καλοκαιρία. Κρυφά, θαμμένα στην ψυχή ολονών,
αναδύονται, ξεδιαλύνουν ανάμεσα από τις φλόγες και τις σπίθες της φωτιάς κάποιες
αναμνήσεις γλυκές ή πικρές, μπορεί και τα δυο, κάποιες ξέγνοιαστες μέρες χαράς
και παιχνιδιού, ίσως και ένας παιδικός έρωτας. Τέλος , κάποια, κάπου, ίσως μια
χαμένη αθώα εποχή.Η νοσταλγία για την γλυκιά πατρίδα, την πραγματική πατρίδα, τα
παιδικά μας χρόνια, φαινόταν στα μάτια όλων μας.
Ξαφνικά άρχισε να σφυρίζει ένα πολύ μελωδικό, παραπονιάρικο και νοσταλγικό
σκοπό, μια ωραία μεγαλογυναίκα της παρέας. Μια κόρη ξανθή, μια όμορφη κυρά.
Τι ωραίο τραγούδι αυτό, είπα με θαυμασμό.
Δεν το είχα ξανακούσει αλλά με σαγήνευσε. Το αρχικό σφύριγμα μετατράπηκε σε
λόγια. Σε λόγια τραγουδιού. Μας προέτρεψε να τραγουδήσουμε μαζί της.
-Τραγουδάτε ρε, τραγουδάτε.
Τραγούδησε λίγο ακόμα και μετά ξέσπασε σε λυγμούς. Με μιας αφυπνιστήκαμε.Βγήκαμε
από τον βυθό της σκέψης μας στον αφρό της πραγματικότητας.Μια πιο ψύχραιμη
κοπέλα την κτύπησε απαλά στην πλάτη. Φαίνεται ότι κάτι γνώριζε από ψυχολογία.
-Έλα μην κλαις, δεν κάνει να χαλάσεις την βραδιά.
Ρούφηξε την μύτη της και σκούπισε τα δάκρυα με τα λεπτά δάκτυλα του χεριού της.
Μα δεν πέρασαν λίγα λεπτά και ξανά η ωραία κυρία ξέσπασε σε αναφιλητά. Αμήχανοι
όλοι την κοιτούσαμε.
-Έλα μην κλαις πάλι, είπε για μια ακόμη φορά η κοπέλα που προηγουμένως την είχε
καθησυχάσει.
-Όχι θέλω να ξαλαφρώσω γιατί θα σκάσω, θέλω να μιλήσω, να μιλήσω σε άνθρωπο,
είμαι τόσο μόνη. Να διώξω λίγο βάρος από πάνω μου.
-Αν νομίζεις ότι αυτό θα σε βοηθήσει τότε μίλησε μας, είπα.
Ανασυντάχτηκε και βολεύτηκε γύρω από την φωτιά και την υπόλοιπη παρέα. Ένα
δροσερό αεράκι με λίγη υγρασία από την θάλασσα νότιζε τα μπλουζάκια μας και
άλειψε με αλμύρα τα γυμνά μέρη του κορμιού μας.Η γυναίκα ξεροκάταπιε κανά δυο
φορές, κόμπιασε άλλες τόσες, τελικά κοίταξε εμάς όλους αποφασιστικά. Είδε πως
κρεμόμασταν από τα χείλη της και άρχισε να μας μιλά.Ποιος ξέρει γιατί άρχισε την
ιστορία της από «κτίσεως κόσμου», από τα γεννοφάσκια της. Μας πήγε στα όμορφα
παιδικά της χρόνια φέρνοντας στο νου όλων κάποιες φωτογραφίες που τα παιδιά σε
προνηπιακή ηλικία στέκονται ανάμεσα στους ορατούς γονείς και στους αόρατους
αγγέλους. Αφού διέτρεξε με νοσταλγία και την εφηβεία της, έφτασε στην πρώτη της
επανάσταση. Αυτή που έκανε ενάντια στην κηδεμονία των γονιών. Αυτή που πίστευε
ότι θα την οδηγούσε στην ελευθερία. Άλλωστε πολλοί πίστευαν ότι το αχαλίνωτο
ελεύθερο είναι και το σωστό.
Γρήγορα αφού έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια τους δικούς της και τις συμβουλές
τους, εξελίχθηκε σε μια πολύ ανεξάρτητη κοπέλα.Γεμάτη επιθυμία για ζωή και
αναζήτηση. Δεν άργησε να έρθει και ο πρώτος δεσμός. Να ακολουθήσει ο δεύτερος
και κάνα δυο ακόμα. Οι γκόμενοι και οι έρωτες αλλάχτηκαν και πετάχτηκαν στην
γωνία σαν παλιόρουχα που περιμένουν να πλυθούν εν ευθέτω χρόνω.
Στο τέλος ήρθε και ένας γάμος.Μια οικογένεια με δυο παιδιά.Το πρώτο από ένστικτο
για διαιώνιση του είδους, το δεύτερο από την ελπίδα μήπως το ζευγάρι συνδεθεί
καλύτερα μεταξύ τους και ξεπεράσει κάποια προβλήματα.
-Ποια προβλήματα; Την ρώτησα αδιάκριτα.
-Αυτά που δημιουργεί, ο εγωισμός και η φιλαυτία.
-Έλα, αυτά ανθρώπινα είναι και ξεπερνιούνται, απάντησα.
-Όχι, αν δεν έχεις αποθέματα. Ύστερα από τόσους δεσμούς δεν είχε μείνει τίποτα
να προσφέρω στον άντρα μου και την οικογένειά μου.Αλλά ήταν και άλλα στην μέση.
Σώπασε, σκέφτηκε λίγο και αναστέναξε.
-Συμβιβασμό έκανα στον γάμο, άλλον άντρα αγαπούσα.
-Και γιατί δεν πήρες εκείνον, είπα.
Γέλασε πικρά. Ξέσπασε πάλι σε κλάματα.Έχωσε το πρόσωπο της στις χούφτες της,
λέγοντας:
-Τι έκανα, τι έκανα στη ζωή μου.
Άνοιξε τα χέρια, σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε με τα κόκκινα από το κλάμα
μάτια της.
-Ως που νομίζεις ότι μπορούν να φτάσουν δυο φτωχοί άνθρωποι;
Εγώ δεν απάντησα. Την κοιτούσα, όχι με οίκτο, αλλά με περιέργεια. Λες και είχε
μαντέψει την σκέψη μου, συνέχισε να μιλά.
-Όταν ερχόταν η ώρα να δοθώ στον άντρα μου το μυαλό μου ήταν αλλού και το κορμί
μου νεκρό στα χάδια του. Η ερωτική πράξη, το στοιχειώδες συζυγικό καθήκον,
υποχρεωτική αγγαρεία. Δυστυχώς ή ευτυχώς για όλους μας στο κρεβάτι δεν
ξεγυμνώνεις μόνο το κορμί σου αλλά και την ψυχή σου τις περισσότερες φορές. Δεν
μπορούσα να κρυφτώ πίσω από το δάκτυλό μου.
-Και τι έλεγες στον άντρα σου, κάποια δικαιολογία;
-Τίποτε, άλλωστε εγώ δεν ήμουν του αντρός μου, ήμουν χειραφετημένη.
Συνέχισε η γυναίκα να διηγείται πως έφτασε στο διαζύγιο, πως μεγάλωσαν τα
παιδιά, ενηλικιώθηκαν και τώρα δεν πλησιάζουν ούτε σ’ αυτήν ούτε στον πατέρα
τους. Τους μισούν και δεν τους συγχωρούν που τους στέρησαν την οικογενειακή
θαλπωρή. Μετά σιωπή. Ύστερα κλάμα.Από την φωτιά είχαν μείνει μόνο κάτι κάρβουνα
που διαχέουν τριγύρω λίγο κοκκινωπό φως που συνεπικουρούμενο από το φεγγαρόφως
ζωγράφιζε σιλουέτες σε μαύρο φόντο.
-Δεν ήμουν του πατρός μου, δεν ήμουν του ανδρός μου, ήμουν μόνο ο εαυτός μου,
είπε αυτοσαρκαστικά χρησιμοποιώντας το παλιό φεμινιστικό σύνθημα.
-Και τώρα μόνη, αφόρητα μόνη, για πάντα μόνη.
Τα λόγια έσταξαν πίκρα και απογοήτευση. Άρχισε πάλι να σφυρίζει εκείνη την
σαγηνευτική μελωδία, την μελωδία της νοσταλγίας. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς
την άκρη της θάλασσας. Άρχισε να περπατά κατά μήκος της παραλίας με το κεφάλι
της σκυμμένο και βαρύ, όπως του ηττημένου, και τα παπούτσια στο χέρι λες και
επαληθευόταν η γνωστή λαϊκή παροιμία. Αλλά αυτής ποιος της τα είχε δώσει; Μα ο
εαυτούλης της, ο αγαπημένος εαυτούλης της. Και τώρα που κατάλαβε πως δεν άξιζε
να τον αγαπά τόσο πολύ ήταν αργά να επέμβει στο παρελθόν. Η φιγούρα της χάθηκε
στο σκοτάδι. Το μόνο που έμεινε ήταν ένας απόηχος από την υπέροχη μελωδία που
σφύριζε και η δικιά μας πολυσήμαντη σιωπή.
--------------------------------------------
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις………
Καβάφης

ΤΟ ΠΡΕΖΟΝΙ
Σε μιαν αθηναϊκή συνοικία στην γωνία μιας πλατείας σε τραπέζι από ουζερί,
καθόμασταν με ένα φίλο.Στα παγκάκια της πλατείας κάθονταν κάποια εξαθλιωμένα
πλάσματα που φορούσαν στενά μαύρα τζην ρούχα. Τα ίδια ρούχα χειμώνα – καλοκαίρι.
Άπλυτα πρεζόνια, που στο πέρασμά τους μόνο μπόχα σκορπούσαν. Εξαφανίζοντας έτσι
το λιγοστό άρωμα που άφηναν στην ατμόσφαιρα τα καχεκτικά λουλούδια από τα
παρτέρια του πεζοδρομίου και της πλατείας.Ολημερίς – ολονυκτίς, αραγμένοι στα
παγκάκια. Καλοκαίρι, μεσημέρι κι αυτοί παγωμένοι κι αμήχανοι.Τους έβλεπες πως
ένιωθαν άβολα, αλλά για ώρες, ίσως και μέρες δεν αλλάζουν το παγκάκι
τους.Κάποιοι από αυτούς, πού και πού σηκώνονταν και έκαναν μερικά βήματα.
Νηστικοί και καταβεβλημένοι από το πάθος τους, λίγο πριν περάσουν το κατώφλι του
τελευταίου εξευτελισμού και απολέσουν το ελάχιστο ίχνος αξιοπρέπειας, έκαναν την
απεγνωσμένη προσπάθειά τους για να αποφύγουν τα χειρότερα. Ζητούσαν την βοήθεια
των συνανθρώπων τους.
Μια ξανθή κοπέλα, ψηλή, ξερακιανή με ξεπεσμένη θηλυκότητα, είχε σηκωθεί και
γύριζε στα αραδιασμένα τραπέζια της πλατείας ζητώντας ένα κατοστάρικο από κάθε
παρέα. Καθώς πλησίαζε προς το μέρος μας μεμιάς τα μαυρισμένα μάτια της έλαμψαν
και καρφώθηκαν στο πρόσωπό μου. Μας ζήτησε και μας ένα κατοστάρι κι εμείς το
δώσαμε για να την ξεφορτωθούμε.
-Ευχαριστώ...είπε και έμεινε εκεί κοιτώντας με.
-Γεια σου παλιόφιλε……
Σήκωσα τα μάτια μου και την κοίταξα καλά. Αρκετά λεπτά έψαχνα στην μνήμη μου για
την μορφή της. Κάτι μου θύμιζε η κορμοστασιά της, κάτι από μιαν όμορφη
συμμαθήτριά μου. Μα δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι η θεά εκείνη είχε γίνει αυτό το
φρικτό φάντασμα. Αυτή ακίνητη εκεί, περίμενε μια λέξη μου.
-Χαρά, εσύ είσαι;
-Ναι, εγώ……
-Πάνε δεκαπέντε χρόνια……
-Αλήθεια……
-Αστραπιαία τα εφηβικά και σχολικά χρόνια πέρασαν από το μυαλό μου.
-Πώς βρέθηκες εδώ; με ρώτησε.
-Ήρθα να δω το φίλο μου.
Της είπα να κάτσει μαζί μας, να μην στέκει όρθια. Με μια κίνηση ο φίλος μου της
έδωσε καρέκλα. Με δισταγμό κάθισε. Απευθυνόμενος στο σερβιτόρο είπα για ένα
καθαρό ποτήρι, κι ένα πηρούνι. Το γκαρσόνι τα έφερε και έδειξε την δυσφορία του.
Φεύγοντας, στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε ένα στιγμιαίο, πονηρό, χλευαστικό
χαμόγελο. Πιθανώς νόμιζε πως την κάλεσα στο τραπέζι για να την φορτώσω
αργότερα.Έδωσα τόπο στην οργή και απευθυνόμενος στην Χαρά της είπα να πιει και
της έδωσα το ποτήρι γεμάτο ούζο.Ήπιε λαίμαργα δυο – τρεις γουλιές. Πήρε μια
ανάσα βαθιά.Ο φίλος μου διαβάζοντας την σκέψη της, της πρόσφερε το πιρούνι.Με
κοίταξε λοξά…………
-Φάε, μη ντρέπεσαι από μας………
Παραγγείλαμε κι άλλο μεζέ.Φαινόταν πως είχε μέρες να φάει. Καθώς την κοιτούσα
την ώρα που ήταν προσηλωμένη στο φαγητό της, είδα πόσο είχε αλλάξει.Στο άλλοτε
αγγελικό της πρόσωπο είχαν κάνει την εμφάνιση αρκετές ζάρες, στο μέτωπο ρυτίδες,
στα μάτια της μαύροι κύκλοι.Εν γένει η παρακμή την είχε σφραγίσει.Θλίψη με
κατέλαβε για την άλλοτε ζηλευτή ξανθιά γκομενάρα του σχολείου μας. Αμίλητοι οι
δυο άντρες την κοιτούσαμε. Σε κάποια στιγμή τελείωσε, σκουπίστηκε, ήπιε ένα
ποτήρι νερό με μιας. Μας κοίταξε, μας χαμογέλασε αμήχανα για να μας
ευχαριστήσει.
-Πώς βρέθηκες εδώ……; Ρώτησα.
Με φωνή που έδειχνε εξάντληση και ενόχληση, μου είπε:
-Άσε καλύτερα……… .
Μετά από λίγα λεπτά σιωπής, αφού το μυαλό της ανακατεύτηκε γερά και ξεμούχλιασε
μερικές θαμμένες σκέψεις, στράφηκε προς εμένα με απλανές βλέμμα λέγοντας:
-Η ζωή είναι ένα όνειρο που μπορεί να ξεκινήσει για ονείρωξη και να καταλήξει
φρικτός εφιάλτης.
Δεν μιλήσαμε οι δυο άντρες.Μόνο την κοιτούσαμε που έβλεπε καταγής επίμονα λες
και ήθελε να σχιστεί το έδαφος, να την καταπιεί, να ησυχάσει.
Ξαφνικά σηκώθηκε όρθια, λέγοντας:
-Ευχαριστώ για όλα.
Έδωσε το χέρι πρώτα στο φίλο μου και μετά σε μένα κι εγώ της έβαλα στην χούφτα
μερικά χρήματα για κάνα δυο πακέτα τσιγάρα και κανένα φαγώσιμο, ή για ό,τι
εκείνη νόμιζε ότι χρειαζόταν.Πήγε να τα αποφύγει, θες από ντροπή, θες από
φιλότιμο,μα της έσφιξα το χέρι. Γέλασε πικρά και ψιθύρισε ένα «ευχαριστώ».Έκανε
μεταβολή και βάδισε λίγα βήματα. Σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος μου πάλι
πιάνοντας με επ’ αυτοφώρω να την κοιτώ θλιμμένος.
-Μην ξεχάσεις φίλε, να μην στέλνεις χαιρετίσματα σε κανέναν.
Μια μορφή σαν αερικό, ένα σώμα χωρίς ψυχή, μια ψυχή χωρίς σώμα ,ένα άταφο
περιφερόμενο πτώμα, μια καρικατούρα ανθρώπου χανόταν ανάμεσα στις πρασιές της
πλατειάς και αυτές ίσως να ήταν η μόνη αγκαλιά στον πλανήτη που την δεχόταν με
στοργή. Τότε κατάλαβα πόση ατελείωτη είναι η μοναξιά στην απέραντη κόλαση.
-----------------------------------------------
Είμεθα ένα κράμα εδώ. Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μηδοι.
Κ. Π. Καβάφης

Ο ΦΟΡΤΗΓΑΤΖΗΣ
Ήταν αργά το βράδυ πλέον. Κουρασμένος ο κυρ-Κώστας έκλεισε το κασετόφωνο που
έπαιζε τα αγαπημένα του λαϊκά κομμάτια.Πενήντα μέτρα πιο κάτω έστριψε σ’ ένα
μεγάλο χώρο στάθμευσης.Πάρκαρε την νταλίκα του.Κατέβηκε και την κλείδωσε. Μετά
κατευθύνθηκε στο εστιατόριο που φεγγοβολούσε, βούιζε και βρισκόταν στην άκρη του
πάρκινγκ.
Χειμώνας του ‘92, το κρύο στην Πολώνία τσουχτερό για τον μεσόγειο ηλικιωμένο
φορτηγατζή. Τα εκατό μέτρα που διέσχισε βαδίζοντας του ήταν ζόρικα. Το νερόχιονο
που έπεφτε παγωμένο έγδερνε το σταφιδιασμένο πρόσωπο του.Άνοιξε την πόρτα του
δυτικού τύπου travel stop restaurant (όπως λέμε στα φραγκολεβαντίνικα)και το
είδε κατάμεστο.Γνωστό τοις πάσοι το στέκι αυτό, χώρος συνάντησης όσων
φορτηγατζήδων διανυκτέρευαν στην χώρα αυτή πριν κινήσουν την επομένη για νότια.
Έλληνες και λοιποί βαλκάνιοι σε μικτές παρέες στα τραπέζια έτρωγαν, έπιναν και
φωνασκούσαν. Σίγουρα δεν τους ένωνε η ιστορική τραυματική εμπειρία της περιοχής,
αλλά η συνεχής σκληρή εμπειρία των δρόμων και των ατελείωτων ωρών μοναξιάς κατά
την οδήγηση. Ο κυρ- Κώστας, αφού κοίταξε δεξιά- αριστερά, είδε κάτι χέρια
σηκωμένα να του κάνουν νόημα. Ήταν μια παρέα από δυο γνωστούς Έλληνες και τρεις
αλλοδαπούς.Πήγε κοντά, τους χαιρέτησε, έβγαλε το μπουφάν, κάθισε στην μια κενή
θέση του εξαθέσιου τραπεζιού και χαλάρωσε.Ένιωσε λες και τον περίμεναν από ώρες
να έρθει.Ήταν πλέον ο αρχαιότερος του επαγγέλματος, ένα χρόνο πριν τη σύνταξη
και οι νεότεροι τον έβλεπαν σαν πατέρα τους.Καθώς ήταν και ευχάριστος στην
παρέα, όλοι αναζητούσαν μια θέση κοντά του, να ακούσουν ένα αστείο, μια
συμβουλή, μια ιστορία από την πολύχρονη πορεία του στην άσφαλτο. Ένας από την
παρέα έκανε νόημα στην σερβιτόρα –προδιαγραφών εξώφυλλου περιοδικού- να έρθει να
πάρει την παραγγελία από τον παλαίμαχο οδηγό. Χαμογελώντας, παρόλη την κούραση
του, παρήγγειλε το φαγητό και άρχισε να μιλά χρησιμοποιώντας περιορισμένο
λεξιλόγιο μητρικής γλώσσας, εμπλουτισμένο με στάνταρ εκφράσεις μιας διεθνούς
αργκό, όπως όλοι οι οδηγοί των διεθνών μεταφορών, για να καταλαβαίνουν αλλήλους
μέσα στο πολυεθνικό αλισβερίσι.
Το φαγητό ήρθε ζεστό, εμφανίσιμο και άνοστο, μισοφαγώθηκε άτσαλα από τον
κουρασμένο οδηγό, που αφήνοντας κάτω το πηρούνι, έγειρε προς τα πίσω την πλάτη
του και βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα του. Ρούφηξε με μιας το μισό ποτήρι
βαρελίσιας μπύρας και μετά άναψε ένα τσιγάρο. Οι ιστορίες, τα αστεία, τα
πειράγματα αλλεπάλληλα και αφού άδειασαν μερικά ποτήρια μπύρα, η παρέα χαλάρωσε
πιο πολύ και η Βαβέλ έγινε πιο έντονη.Αλλά η ώρα πέρασε και η αυτοπειθαρχία του
σωστού επαγγελματία έδρασε. Πλήρωσαν και έφυγε ο καθένας για την καμπίνα του
αυτοκινήτου του για να κοιμηθεί.
Ο μπάρμπα – Κώστας ξάπλωσε στο κρεβάτι της καμπίνας του. Στο νου του γύριζε η
οικογένεια, η γυναίκα του, τα παιδιά του, είχε καιρό να τους ανταμώσει. Σιγά-
σιγά μπήκε στην θολή ζώνη, αυτή που χωρίζει τον ύπνο από το ξύπνιο. Στο βάθος
άκουγε λίγους θορύβους και ψιθύρους, ακαθόριστοι ήχοι έρχονταν από τις διπλανές
νταλίκες. Ίσως να ήταν στο πρωτούπνι όταν ξαφνικά κάποιος χτύπησε την πόρτα του
οδηγού φωνάζοντας κάτι που επαναλάμβανε συνέχεια. Δεν πρόλαβε να σηκωθεί καλά-
καλά και οι λέξεις ξεκαθάρισαν στα αυτιά του.
-Grek sex, ......, Grek sex......!
Η φωνή βαμμένη με το χρώμα της απελπισίας. Άναψε το φως της καμπίνας και άνοιξε
την πόρτα. Τα αιφνιδιασμένα μάτια του αντίκρισαν μιαν όμορφη κοπέλα,
καλλίγραμμη, ντυμένη με ένα τζιν, πιθανόν δώρο συναδέλφου του, ένα μπουφάν
δερμάτινο και κοντές μπότες, ίσως για να βγαίνουν εύκολα.
-Grek sex......(Χ) dollars,του είπε ψυχρά η καλλονή σφίγγοντας τα δόντια της,
θες από το κρύο, θες από την απέχθεια σ’ αυτό που έκανε.
Αυτός, βουβός, μύρισε το αδιέξοδο. Της έδωσε να καταλάβει χωρίς ιδιαίτερο κόπο
να πάει να ανέβει από την πόρτα του συνοδηγού. Η ξένη μπήκε μέσα στην ζεστή
καμπίνα. Ο Κώστας της πρόσφερε τσιγάρο, εκείνη το πήρε αμήχανα και τρομαγμένα.
Στο μεταξύ το βλέμμα του παλιού οδηγού πλανήθηκε στο πάρκινγκ, βλέποντας όσο του
επέτρεπαν τα μάτια του και το σκοτάδι, να παζαρεύονται και να κλείνονται
δουλειές σε νταλίκες. Νιώθοντας ένα μικτό αίσθημα θαυμασμού για τα ακράτητα
νιάτα αλλά και αηδίας για την εκμετάλλευση των εξαθλιωμένων γύρισε και
χαμογέλασε στην κοπέλα κάνοντας την να νιώσει κάπως πιο άνετα.
Θυμήθηκε τα δικά του νιάτα τότε που περνούσαν από την γοητευτική Ουγγαρία και
διανυκτέρευαν στην Βουδαπέστη. Βιολιά,όμορφες γυναίκες.
Η μια διανυκτέρευση γινόταν δύο και μετά για να κερδίσουν χρόνο οι οδηγοί
έκλεβαν ύπνο από τον εαυτό τους και έτρεχαν με μεγάλες ταχύτητες όπου αυτό ήταν
δυνατόν.Αλλά άλλες εποχές, τότε έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα.
Όμως στο νου του πέρασε για μια στιγμή η εικόνα της μεγάλης του κόρης. Η κοπέλα
είχε την ηλικία της.Τα μάτια της δικής του κόρης ήταν λαμπερά, ζωηρά, γεμάτα
χαρά.Της κοπέλας όμως απλανή, απαθή, γεμάτα μελαγχολία. Ένα δάκρυ από το μάτι
του ξεκόλλησε, παρά την προσπάθεια να το συγκρατήσει.
Την ρώτησε με τα αγγλικά της πιάτσας που γνώριζε, πως την λένε , πόσο χρονών
ήταν και πόσο καιρό κάνει αυτή την δουλειά. Τερέζα ήταν το όνομά της σαν την
μικρή κατσαριδούλα της παλιάς διαφήμισης εντομοκτόνου στην ελληνική τηλεόραση.
Οι απαντήσεις της λιτές, αλλά ικανές να σφίξουν την καρδιά του φιλότιμου Έλληνα.
Η πορνεία μονόδρομος στους ρημαγμένους τόπους, στους ανήλιαγους δρόμους, εκεί
που η ψυχή και το σώμα αποχωρίζονται κάθε μέρα και από λίγο. Εκεί που ο θάνατος
δεν είναι ένας και μοναδικός για τους ζώντες, αλλά δίνεται σε πολλές μικρές και
μεγάλες καθημερινές δόσεις για τους φυτοζωώντες.
-Τερέζα θα σου δώσω αυτά τα δολάρια για πόσο καιρό σου φτάνουν να μην δουλέψεις;
την ρώτησε με τα κακά αγγλικά του.
Εκείνη τα πήρε διστακτικά, τα μέτρησε άτσαλα και του είπε για μια βδομάδα ενώ
στο πρόσωπο της είχε σχηματιστεί μια γκριμάτσα απορίας. Της δίνει και μια
σακούλα με κονσέρβες.
-Φύγε τώρα. Της είπε.
Εκείνη κατάλαβε και άρπαξε το χέρι του και το φίλησε. Άνοιξε την πόρτα και
κατέβηκε κοιτώντας σαστισμένη τον ασπρομάλλη σοβαρό κύριο, προσπαθώντας να
τυπώσει την εικόνα του.
Ο Κώστας έκανε ένα τσιγάρο και ξάπλωσε κάνα δυο ώρες ακόμη.Μετά ξύπνησε, έφτιαξε
ένα δυνατό φραπέ και ξεκίνησε τις πρώτες πρωινές ώρες, πυκνό σκοτάδι ακόμη για
την Ελλάδα.
Τα χιλιόμετρα φαγώθηκαν με πάθος. Η αϋπνία τσίτωσε τα μάτια του.Για να μην τον
πάρει ο ύπνος οδηγούσε με ανοιχτό παράθυρο. Από το κρύο δεν ένιωθε το αριστερό
του χέρι. Το καλοριφέρ απαγορευμένη απόλαυση διότι μπορούσε να φέρει υπνηλία με
την ζέστη του και να αποδειχτεί μοιραίο. Έπρεπε μέχρι τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα
μην σταματήσει πουθενά. Αυτή ήταν μια πρακτική που ακολουθούσαν όλοι οι οδηγοί
διεθνών μεταφορών για να αντιμετωπίσουν την αυξημένη εγκληματικότητα και τις
κλοπές από τις διάφορες μαφίες που δρούσαν στις χώρες του πρώην ανατολικού
μπλοκ.
Τους σταματούσε καμιά φορά κι η πολίτσια για κάποιον έλεγχο αλλά στην
πραγματικότητα για κάνα μπαχτσίσι. Για αυτό είχαν καβάντζα μερικά μπουκάλια
Μεταξά, λίγες φιάλες ουίσκι, κάμποσα πακέτα μάλμπορο, δυο - τρία τζηνς για τους
πιο δύσκολους.
Οι ώρες πέρασαν ζόρικα, μπήκε πια στη Βουλγαρία και την διέσχιζε με μανία, μια
κι η υπερένταση τον είχε κυριεύσει ολοκληρωτικά. Η γενική κατάσταση τραγική, η
εξαθλίωση γνώριζε μεγάλες δόξες και η ανέχεια θριάμβους. Οι εικόνες που
διαδεχόταν η μια την άλλη όλο και πιο σκληρές, όμως καθώς κινούνταν με την
νταλίκα του, ήταν δύσκολο να τις εμπεδώσει.
Όταν όμως έφτασε και σταμάτησε στο τέλος της μεγάλης ουράς που σχημάτιζαν τα
φορτηγά στο Βουλγαρικό έδαφος, πριν από το τελωνείο του Προμαχώνα, τότε
αντιλήφθηκε ότι αυτά που έβλεπε ήταν ένα διαφημιστικό σποτ της κόλασης.
Τα μάτια του είχαν καρφωθεί σ’ ένα γατάκι που κοντά σε κάτι ξεχαρβαλωμένους
σκουπιδοτενεκέδες έγλειφε και έπαιζε ταυτόχρονα μ’ ένα αδειανό κονσερβοκούτι.
Δεν άργησε να φτάσει στο σημείο ένα παιδί με βρώμικα ρούχα, το δέρμα του χωρίς
λάμψη από την απληστία και την πείνα, το πρόσωπο χωρίς παιδική αθωότητα,
προφανώς από την βίωση της κολάσεως. Το παιδί , κυνήγησε τη γάτα. Πήρε το
κονσερβοκούτι στα χέρια του, έβαλε το δάκτυλο του μέσα και διέγραψε έναν κύκλο,
το έβγαλε και το έβαλε στο στόμα του γευόμενο σταγονίδια παραδείσου.
Αμήχανος ο οδηγός, δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί στο μυαλό του την εικόνα αυτή και
ακολούθησε δεύτερος αιφνιδιασμός.Ένας παππούς τρεμάμενος, περισσότερο από την
πείνα παρά από τα γηρατειά, ακολουθώντας τα χνάρια του παιδιού, πήρε το
κονσερβοκούτι που το είχε πετάξει το παιδί, κοίταξε, είδε ή νόμισε ότι είδε ίχνη
τροφής. Έβγαλε το μαντήλι από την τσέπη του το βούτηξε στο κουτάκι και μετά το
βύζαξε.Συγκλονισμένος ο Κώστας άκουσε το κορνάρισμα της πίσω νταλίκας για να
προχωρήσει καθώς η ουρά είχε ξεκινήσει. Δεν θα έκανε πενήντα μέτρα για να
σταματήσει πάλι και πενήντα δευτερόλεπτα για να καταλάβει τι γινόταν στην άκρη
του δρόμου πάνω σ’ ένα σταθμευμένο κάρο.Ένας καταβεβλημένος και χωρίς
αντιστάσεις πλέον μεσόκοπος άντρας, ανεβοκατέβαζε στην βοηδήλατο άμαξα τα
εναπομείναντα σ’ αυτόν εμπορεύσιμα κομμάτια της περιουσίας του, που δεν ήταν
αλλά από μάνα, σύζυγο και κόρη.
Σε λίγη ώρα,ο Κώστας πέρασε στο ελληνικό έδαφος και πήρε την τελική ευθεία για
τον προορισμό του.Το κρύο αρκετό και ο καιρός μουντός.Εκείνος όμως ένιωσε άμεσα
μια ζεστασιά και την καρδιά του λιγότερο μαύρη.Η πατρίδα είναι πάντοτε
πατρίδα,δικό σου κτήμα, κ’ έχει αγκαλιά όπως η μάνα, πάντα ζεστή.Η σκέψη του
όμως επεξεργαζόταν πολλά πράγματα και όλες τις φρικτές εικόνες που είχε δει στο
ταξίδι του.Η διαίσθηση του τού έλεγε πως οι εποχές που γεννούσαν και τα κοκκόρια
είχαν περάσει και η φτώχεια θα φέρει γκρίνια και η γκρίνια θα σκορπίσει φθόνο,
πόνο και φόνο.
----------------------------------------------------
Είπες:: Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί
καλλίτερη από αυτή.
Κ. Π. Καβάφης

Η ΠΕΤΡΑ
Τα κλωνάρια από τις πασχαλιές στις αυλές των σπιτιών που περιστοίχιζαν ένα απ’
τα Λύκεια της επαρχιακής πόλης πρόσφεραν ευγενικά τις μυρωδιές τους. Άνοιξη και
τα πάντα ανάστατα.
Λίγο ο καιρός, λίγο τ’ αρώματα, πιότερο η νιότη μα πιο πολύ απ’ όλα η τρυφερή
καρδιά της εφηβείας έδωνε στην Φρόσω ένα ενθουσιασμό κι ένα αυθορμητισμό.
Τα στοιχεία αυτά δεν άργησαν να γίνουν σκιρτήματα καρδιάς για ‘ναν συμμαθητή
της, μορφονιό και μαγκάκο. Εκείνος την φλέρταρε καμπόσο καιρό, όλο τον χειμώνα
σχεδόν, μα χρειάστηκε να ‘ρθει η άνοιξη για να αμειφθούν οι κόποι του. Από τότε
άρχισε ένα μακρύ ειδύλλιο.
Ο έρωτας παράφορος και το ζευγαράκι ταιριαστό, περίσσεια όμορφο.
Τα χρόνια περνούσαν και μαζί στις χαρές και στις λύπες και μαζί στις σπουδές και
μαζί στα όμορφα μέρη, εκδρομές και γλέντια, τραγούδια και λουλούδια αλλά και
μοναξιά με προσμονή αντάμα όταν ο Γιώργης ήταν στρατιώτης.
Αφού πέρασε την σειρά του από φαντάρος, ο Γιώργος, έπιασε δουλειά κι όλα
πήγαιναν πρίμα γι’ αυτόν.
Μα η Φρόσω ήταν στην ανεργία και στην υπομονή. Στην ατέλειωτη και πολλές φορές
πικρή υπομονή. Θα ‘ταν εικοσιέξι χρονών η Φρόσω όταν έμεινε έγκυος. Το ‘πε στον
Γιώργη. Αυτός την κοίταξε αποσβολωμένος. Του είπε να παντρευτούν. Εκείνος της
είπε ότι δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο.
Από δω, από κει, αφού έκαμψε τις έντονες αντιδράσεις, την έπεισε να κάνει
έκτρωση. Εκείνη μπήκε στο χειρουργείο λες και ήταν μελλοθάνατη. Κατά την
διάρκεια της επέμβασης κοιτούσε την οροφή μα δεν έβλεπε νταβάνι αλλά μαύρο
ουρανό.
Σαν τέλειωσε το μαρτύριο ο κόσμος όλος είχε αλλάξει γι’ αυτήν, επικράνθη η ψυχή
και τα σωθικά της. Σε λίγο άρχισαν από τα μάτια της, που με βλέμμα απλανές
κοιτούσαν το χάος, να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι λες και θέλαν να πλύνουν το αίμα
απ’ το κρίμα.
Οι σελίδες του χρόνου η μια μετά την άλλη, άλλες λευκές κι άλλες μαύρες,
γυρίστηκαν από τ’ αόρατο χέρι της μοίρας και το βιβλίο της ιστορίας αυτής έφτασε
στο τέλος.
Κάποια μέρα η τριαντάπενταχρονη πλέον Φρόσω, πίεσε αφόρητα τον Γιώργο να πάρει
μια απάντηση οριστική για το μέλλον τους.
Ζήτησε επίμονα γάμο ευελπιστώντας ότι θα υποκύψει στην πίεση ο Γιώργος.Μα
δυστυχώς γι’ αυτήν, εισέπραξε ένα ξετσίπωτο ΟΧΙ. Ο κόσμος όλος κατέρρευσε γύρω
της.
Δεν μίλησε, μόνο τον κοίταξε με περιφρόνηση διατηρώντας την αξιοπρέπεια της και
μαζεύοντας την πίκρα της γύρισε κι έφυγε. Έφυγε, περπατώντας με σταθερό νευρικό
βηματισμό. Κοίταξε λοξά κι έπιασε με την άκρη του ματιού της ένα σπουργίτι που
πετούσε εκείνη την παγωμένη ώρα με φόντο το χειμωνιάτικο λυκόφως.
Της φάνηκε πως αυτό το σπουργίτι ήταν τα καλύτερά της χρόνια που πέταξαν χωρίς
να το καταλάβει.
Τα νιάτα τόσα λίγα κι αυτή τα ‘χει σπαταλήσει για μια αμφίβολη αγάπη.
Το στήθος της πονούσε λες κι η ψυχή πίεζε να βγει έξω απ’ το κορμί της.Ένα
περίεργο συναίσθημα ένιωθε, μια δύσκολη επιθυμία της ερχόταν. Ήθελε να πεθάνει,
μα η ψυχή δεν βγαίνει εύκολα.
Έφτασε σπίτι της.Καλησπέρισε τους γονείς της αποφεύγοντας να τους κοιτάξει. Πήγε
στο δωμάτιό της.Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο του δωματίου της και κοιτούσε τον
δρόμο. Η νηνεμία ης νύχτας έδενε αρμονικά με τα φώτα του δρόμου. Που και που
κανα δυο δάκρια κυλούσαν από το πρόσωπό της και στάζαν στις μύτες των παπουτσιών
της. Πήρε μερικές βαθιές εισπνοές, βλέποντας ταυτόχρονα και την έξωθεν παγερή
νύχτα που διέτρεχε τον έρημο δρόμο άρχισε σιγά-σιγά να ηρεμεί.
Σε κάποια στιγμή γύρισε κι έπεσε στο κρεβάτι της κατάκοπη. Ένιωθε τέτοια κούραση
λες κι είχε δουλέψει σε κάτεργα. Σε λίγη ώρα άδειασε το μυαλό της κι
αποκοιμήθηκε, έτσι όπως ήταν, με τα ρούχα και τα παπούτσια ης φορεμένα. Την άλλη
μέρα, η Φρόσω ξύπνησε νωρίς και πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε ένα καφέ, τον ήπιε
παρέα με τους γονείς της, μετά σηκώθηκε και βγήκε έξω στην πόλη. Περπάτησε,
περπάτησε μέχρι που πέρασε κάμποση ώρα και πήγε μια βόλτα από το γραφείο της
καλύτερης φίλης της, της Αρετής.
Της είπε τι συνέβη.
Η Αρετή, προσπάθησε να της δώσει κουράγιο και να την παρηγορήσει. Μάταια η Φρόσω
είχε σιχαθεί τα πάντα γύρω της κι είχε αποφασίσει να φύγει και να πάει στον
αδελφό της στην Αμερική. Την άλλη βδομάδα θα ‘φεύγε.
Στάθηκε αδύνατον για την Αρετή να την μεταπείσει. Το μεσημέρι όταν γύρισε σπίτι
ανακοίνωσε την απόφαση της στους γονείς της. Αντέδρασαν κι αυτοί μα η Φρόσω ήταν
αδιάλλακτη. Ήθελε να φύγει, να φύγει και να αφήσει πίσω της κάθε τι κακό που της
είχε συμβεί. Να φύγει για να αρχίσει μια νέα ζωή αλλά δυστυχώς νεότητα αυτή τη
φορά.
Οι μέρες πέρασαν, ήρθε η επόμενη Παρασκευή. Τ’ απόγευμα της αυτής ημέρας η Φρόσω
με μια βαλίτσα στο χέρι συνοδευόμενη από τους γονείς της και την Αρετή περίμενε
στο Σταθμό των τραίνων την ταχεία για την Αθήνα.
Ο ήλιος μόλις είχε δύσει.
Όλοι τους βουβοί μια και η Φροσύνη δεν είχε όρεξη να μιλήσει.
Παραδίπλα, ένας πλανόδιο μουσικό είχε σταθεί όρθιος κι είχε γυρίσει το καπέλο
του ανάποδα, καταγής, μπροστά στα πόδια του για να βγάλει το μεροκάματό του.
Έπαιζε με το κλαρίνο του δυο-τρεις σκοπούς και αυτούς επαναλάμβανε συνέχεια. Μα
εκείνο που έπαιζε με πιο πολύ μεράκι ήταν ένα μακεδονίτικο τραγούδι το «μια
Παρασκευή πρωί κι ένα Σάββατο βράδυ».
Λυπηρό όπως ήταν, έδενε άριστα με την κατάσταση ως κατάλληλη μουσική υπόκρουση.
Περίλυποι όλοι. Το κλίμα βαρύ. Όσο λιγόστευε το φως τόσο λιγόστευαν τα κουράγια
ολονών. Κι αυτή η ταχεία αργούσε να φανεί.
Η Φρόσω περπατούσε πάνω-κάτω νευρικά δέκα με δεκαπέντε βήματα γύρω από τους
δικούς της. Ξαφνικά, βλέπει μπροστά της τον Γιώργο.
-Καλησπέρα Φρόσω, της λέει.
Εκείνη δεν του μίλησε.
-Έμαθα ότι φεύγεις γι’ Αμερική.
Εκείνη τον κοίταξε ψυχρά.
-Και ήρθα να σε αποχαιρετίσω.
Τότε με μια πικρία του λέει.
-Γιώργο, φύγε σε παρακαλώ μου ‘χεις καταστρέψει την ζωή.
Κάτι πήγε ο Γιώργος να πει μα τον πρόλαβε.
-Φύγε, δεν θέλω να ακούσω τίποτε, δεν θέλω να σε ξαναδώ.
-Γιώργο, να ξέρεις κάτι από μένα είσαι συγχωρεμένος.
Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι ευχαριστώντας την έτσι. Άλλωστε για να
πάρει αυτή την συγνώμη είχε πάει εκεί. Εκείνη την ώρα φάνηκε το τραίνο.
Σταμάτησε μπροστά στον σταθμό. Οι επιβάτες άρχισαν να επιβιβάζονται.
Η Φρόσω φίλησε τους γονείς της και την φίλη της, πήρε την βαλίτσα κι ανέβηκε στο
τραίνο, πήγε και κόλλησε στο παράθυρο και τ’ άνοιξε για να βγάλει το χέρι της
έξω να χαιρετήσει.
Σχεδόν ήταν το τελευταίο φως της μερας, τα φώτα τριγύρω είχαν ανάψει, ο Γιώργος
δεν είχε φύγει ακόμη μόνο κοιτούσε την Φρόσω.Αυτή απέφευγε να τον κοιτάξει, οι
πόρτες του τραίνου κύλησαν κι αυτό άρχισε σιγά-σιγά να κινείται. Εκείνη την
στιγμή ο Γιώργος έβγαλε μια κραυγή.
-Φρόσωωω … !!!
Τότε η Φρόσω κάτι του πέταξε και έπεσε μπροστά στα πόδια του. Έσκυψε να δει τι
ήταν και είδε μια μαύρη πέτρα …
-------------------------------------------
ΤΩ, ΔΙΟΝΥΣΩ,
-------------------------------------------
Βάζουν στο κρασί νερό Και στην ζωή τους τρέλα
Κ.Π.

Η ΤΑΒΕΡΝΑ
Ήταν χειμώνας, τελευταίες μέρες του Δεκεμβρίου, κοντά Χριστούγεννα, δεκαετία του
’50.Το κατάστημα κάτι μεταξύ οινομαγειρείου, ζυθεστιατορίου, μια δόση καφενείου
και ολίγον χάνι. Η πελατεία του μαγαζιού ποικίλη, πιο πολύ ίσως κι από το μενού.
Άνθρωποι περαστικοί από την πόλη που σταματούσαν να φάνε. Λαϊκοί τύποι που θέλαν
να πιουν κρασί ή τσίπουρο. Πότε –πότε μια παρέα γραβατωμένων τοπικών παραγόντων
που συνέτρωγε και έλυνε προβλήματα του τόπου, της χώρας, ίσως και του σύμπαντος
κόσμου.
Μα οι πιο καλοί πελάτες του μαγαζιού ήταν ορισμένοι τύποι μοναχικοί, που μόλις
νύχτωνε έμπαιναν στο μαγαζί κι έπιαναν τις καρέκλες τους και το τραπέζι τους, τα
ίδια κάθε μέρα. Γραφικές φιγούρες, λιγομίλητες, μέρος της διακόσμησης του
καταστήματος. Μερικοί από τους άλλους θαμώνες υποστήριζαν ότι ήσαν οι κολώνες
του. Πάντα έκαναν την αρχή εντυπωσιακά, παραγγέλλοντας ένα πλουσιότατο γεύμα.
Επακόλουθο ήταν μια σπονδή στον Διόνυσο, κατ’ ευφημισμόν. Στην πραγματικότητα
επρόκειτο για καταστροφική πλημμύρα. Η επαφή με το περιβάλλον αποσπασματική.
Κάπου-κάπου έλεγαν μια παροιμία ή μια σοφή ρήση ξεκάρφωτη. Έπιαναν ολιγόλεπτη
συζήτηση με τα διπλανά τραπέζια την οποία διέκοπταν απότομα και επανερχόντουσαν
μετά από ώρα στο ίδιο θέμα με ωριμότερη σκέψη συνεπικουρούμενοι μιας έως δύο
καραφών κρασιού.
Στο μαγαζί υπήρχαν, ο ιδιοκτήτης στην κουζίνα που ήταν μάγειρας και ταμίας
ταυτόχρονα και ο μικρός γιος του, που έκανε χρέη σερβιτόρου. Από κάποια στιγμή
και μετά, αργά το βράδυ λόγω των απαιτήσεων των στυλοβατών του καταστήματος για
περισσότερο κρασί, ο πιτσιρίκος ανεβοκατέβαινε στο υπόγειο όπου υπήρχαν τα
βαρέλια, φέρνοντας μια αγκαλιά καράφες γεμάτες νέκταρ των θεών. Στο
ανεβοκατέβασμα ο νεαρός ήταν σίφουνας όμως από ένα σημείο και πέρα, από την
κούραση και το ζάλισμα μπέρδευε τους τύπους των κρασιών και σερβίριζε ανάκατα.
Αυτό δεν είχε σημασία καθότι οι περισσότεροι ή ήταν μεθυσμένοι, ή σε προχωρημένη
ζάλη και ούτε τύπους καταλάβαιναν, ούτε ποιότητα κρασιού.
Μάλιστα ένας πελάτης αφού είχε πληρώσει τον λογαριασμό και ήταν έτοιμος να
φύγει, είδε πως μια καράφα πάνω στο τραπέζι ήταν γεμάτη. Για να μην πάει χαμένο
το περιεχόμενο, μια και το είχε πληρώσει, κάθισε να πιει λίγο νέκταρ ακόμη.
Ικανοποιημένος μετά χαιρέτησε τον καταστηματάρχη. Έδωσε ένα φιλοδώρημα στον
πιτσιρίκο που του έφερε το παλτό από τον καλόγερο και περπατώντας με εμφανώς
ευμετάβλητη ισορροπία κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
Ο μαγαζάτορας ξεκίνησε να μαζεύει το τραπέζι, μα έκπληκτος διαπίστωσε ότι ο
θαμώνας είχε αδειάσει την καράφα με το ξύδι που ήταν μόνιμα πάνω στο τραπέζι.
Σκέφτηκε να του το πει μια κι ακόμη ο πελάτης δεν είχε περάσει την έξοδο, όμως
δεν τόλμησε να πει τίποτα γιατί λένε πως τον μεθυσμένο τον είδε ο τρελός και
παραμέρισε.
-------------------------------------------------------

κι άκουσε με συγκίνησιν,……………,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
Καβάφης

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΤΖΗΣ
Η μεσημεριανή ζέστη του Σεπτεμβρίου δεν φαινόταν να ενοχλούσε ιδιαίτερα τον
γερο- κάπελα που κατέβαζε με πείσμα το σκεπάρνι στο καρφί. Η παράγκα έκανε την
δύσκολη.Δεν ήθελε να σταθεί στα πόδια της. Μα ο γέρο- πανηγυρτζής ήξερε τα
χούγια της, χρόνια τώρα στο κουρμπέτι. Κάθε χρόνο ίδιες μέρες και ώρες τον
παίδευε.Παιχνίδι για δυο, όπου η χαρά αντάμωνε την τυράγνια. Τα κάθετα δοκάρια
δεν άργησαν να υψωθούν και πάνω τους να ξαπλώσουν με σιγουριά και άνεση τα
οριζόντια.Αλλού πελέκημα, παρέκει μπόλιασμα, δώθε σφήνες. Αλλού πάλι, εφαρμογή
άλλων τεχνικών που το όνομά τους δύσκολο είναι να συγκρατηθεί, καθότι ξενίζει
λίγο σήμερα. Ακατανόητο απομεινάρι μιας παλιάς μαστόρικης γλώσσας που έχει και
αυτή αφαιρεθεί από τη συλλογική ιστορική μνήμη ενός λαού που φθίνει.
Οι πανηγυρτζήδες είναι μια φυλή ιδιόρρυθμη. Αισιόδοξη και μαχητική. Ξεκινά πάντα
ελπίζοντας για το καλύτερο και αδιαφορώντας για το χειρότερο.Οι μάχες των
συμμετεχόντων στον κόσμο των πανηγυρτζήδων επαγγελματιών είναι σώμα με σώμα,
πολυδιάστατες. Αρχίζουν με το στήσιμο της παράγκας και τελειώνουν με το
τελευταίο κορνάρισμα του φορτηγού, ή της πλατφόρμας, που φορτωμένο με την
πραμάτεια τους αφήνει πίσω τον κρανίου τόπο που απόμεινε.
Αναπάσα στιγμή έτοιμοι όλοι να τσακωθούν με όλους. Ο ένας να μην ακουμπήσει τον
άλλον. Ο άλλος να μην λοξοκοιτάξει τον απέναντι. Η μάχη εκ του συστάδην. Η
ένταση μεγάλη. Το μέτωπο συνεσφιγμένο.
Και ξαφνικά αρχίζει ο κόσμος να έρχεται. Η εμποροπανήγυρις εκκίνησε.Άλλοι
ανέτοιμοι και άλλοι έτοιμοι. Μερικοί έντιμοι και μερικοί ανέντιμοι. Χιλιάδες οι
μεσοβέζοι.Υποδέχονται όλοι τον περιούσιο λαό του θεού και προσδοκούν στην
κατάθεση του οβολού του. Αχ! Αυτοί οι οβολοί. Δυστυχώς δεν μισούνται εύκολα.
Μόλις που είχε προλάβει ο γερο-κάπελας να τιθασεύσει την φλόγα στην ψησταριά.
Έριξε πάνω τις σούβλες με τα κρέατα. Έβαλε τα μοτεράκια μπρος. Αυτές άρχισαν να
στροβιλίζονται σκορπώντας γύρω τους την μυρωδιά τους. Την μυρωδιά αυτή που σπάει
την μύτη κι’ ανοίγει την όρεξη.
Οι καπνοί πιο ευγνώμονες από τους ανθρώπους κατευθύνονται προς τον ουρανό λες
και ήθελαν να ευχαριστήσουν το Θεό για την πληθώρα των αγαθών.
Οι πρώτοι πελάτες κάθισαν στα τραπέζια. Τα γκαρσόνια έτρεξαν να τους στρώσουν
και να πάρουν παραγγελία.Δεν άργησαν να γεμίσουν και τα άλλα τραπέζια. Τα πιάτα
άρχισαν να πηγαινοέρχονται. Να αδειάζουν μεμιάς. Τα ποτά έτρεχαν άφθονα. Λες και
ήθελαν να πνίξουν τους πότες.
Ήχοι ακούγονταν μουσικής και πλησίαζαν όλο και πιο πολύ. Από την γωνία
ξεπρόβαλαν οι πρώτοι οργανοπαίκτες. Πλανόδιοι μουζικάντηδες.Γυφταραίους τους
έλεγαν όλοι, καθότι οι περισσότεροι τσιγγάνοι στην καταγωγή και μελαψοί στην
φάτσα. Είχαν αρματωμένα τα όργανα τους με λίρες και φλουριά. Και αυτά σε κάθε
κορώνα και σολάρισμα ανέμιζαν και γυάλιζαν εκτυφλωτικά.Μα εκείνο που ζάλιζε ήταν
το ρεπερτόριο. Φανταχτερό και πλούσιο.Θανατερό. Αφού τα πάντρευαν όλα
έντεχνα.Αντλούσαν τραγούδια από την πλούσια γκάμα τους. Τα συνταίριαζαν
κατάλληλα. Και οδηγούσαν κόσμο και κοσμάκη σε οίστρο.Έφτυναν οι θαμώνες τότε τα
παχιά χαρτονομίσματα τους και σαλιωμένα τα κολλούσαν στο μέτωπο του κλαριτζή ή
του ζουρνατζή. Άλλοι πάλι προτιμούσαν τον βιολάρη ή τον νταουλιέρη και ορισμένοι
τον γκαϊντατζή.Οι επιτόπιοι χοροί στήνονταν. Οι φιάλες μπύρας και κρασιού
άδειαζαν εν ριπή οφθαλμού. Τα χρώματα και οι νότες ανηφόριζαν. Τα σπασίματα
άρχιζαν. Τα λουκάνικα πουλιόνταν με το χιλιόμετρο. Τα κρέατα με τον τόνο, το
κρασί με το βαρέλι. Ήταν η ώρα του κεφιού και της υπερβολής, του κρυφού ονείρου,
της ανάτασης.
Η μασιά στα χέρια του γερο- κάπελα βάραινε όσο περνούσαν οι ώρες και οι μέρες.
Δέκα μέρες δεν ήταν λίγες.Ατέλειωτες φαινόταν. Αλλά και όλοι οι πανηγυρτζήδες
αυτό εύχονταν, ατελείωτες να ‘ναι όταν ο τζίρος πήγαινε καλά.
Μα ήρθε και η τελευταία και μοιραία μέρα. Η τελευταία κρίση για όλους. Η ώρα να
κάνουν το ταμείο. Άλλοι κερδισμένοι και άλλοι αποτυχημένοι, κείνη τη μέρα της
κρίσης έχουν όλοι τους ένα κοινό. Γλεντάν άπαντες.Εκείνη η μέρα είναι δικιά
τους, των πανηγυρτζήδων. Ο τελευταίος ασπασμός πιθανόν για τους γεροντότερους.
Είναι αυτοί οι γεροντότεροι που χρυσώνουν τους γυφταραίους και τους βάζουν να
παίζουν ξέφρενα. Ίσως θέλουν να αποχαιρετήσουν θριαμβευτικά αυτό το πανηγύρι.
Αυτό το πανηγύρι του Αιγινίου από τα λίγα που απόμειναν από ένα αλλιώτικο
ντουνιά που τον έσβησε από το χάρτη και τον ξόφλησε από την ιστορία, το πάντα
ίδιο ντοβλέτι. Έτσι όλοι τους νιοι και γεροντότεροι άρχιζαν το γλέντι και αυτή
τη φορά.Μόνο ο γερο- καπελάς κοιτούσε αποσβολωμένος και με το βλέμμα του ελαφρά
ειρωνικό.
Θέλοντας να δω τι έχει στο μυαλό του του λέω:
-Μπάρμπα- Γιώργο, τι κοιτάς;Εσύ έπρεπε να τα σπας πρώτος. Είσαι ο πιο παλιός
πανηγυρτζής.
Με κοίταξε χλωμά και με πικρία στο πρόσωπο, μετά μειδίασε λέγοντας με:
-Όχι ο πιο παλιός, αλλά ο τελευταίος.
--------------------------------------------------------
«…Βαβυλών η μεγάλη ,και εγένετο κατοικητήριον δαιμονίων και φυλακή παντός
πνεύματος ακαθάρτου…»
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΕΦ. ΙΗ’

Η ΒΑΒΥΛΩΝΑ
-Κώστα σου αρέσουν τα δημοτικά;με ρώτησε ο Γιώργος
-Ναι, πολύ και το ξέρεις,απαντησα.
-Ε! τότε φιλαράκι θα πάμε την Κυριακή σε ένα ωραίο μαγαζί που είναι σε ένα χωριό
της περιοχής.
-Τι μαγαζί;
-Καφετέρια
-Καφετέρια και βάζει δημοτικά; ρώτησα με αφέλεια.
-Ναι καφετέρια και βάζει δημοτικά,είπε γελώντας και συνέχισε.
-Το πρωί λειτουργεί σαν καφετέρια, το βράδυ σαν μπαράκι και την Κυριακή το βράδυ
σαν νυκτερινό κέντρο διασκέδασης.
-Περίεργη κατάσταση, είπα.
-Πιο περίεργο είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς.
-Δηλαδή;
-Το πρωί είναι άλλος ο ιδιοκτήτης, το βράδυ άλλος και την Κυριακή το βράδυ
υπάρχει άλλο αφεντικό.
Γέλασα, γιατί κατάλαβα ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Και ο φίλος γέλασε λέγοντας
να μην ανησυχώ, δεν είναι μακριά η Κυριακή.
Την Κυριακή το απόγευμα από νωρίς ήρθαν κι άλλοι δυο φίλοι μερακλήδες στο σπίτι
μου και αφού τους έφτιαξα από έναν ελληνικό καφέ με πολλές φουσκάλες, κάπνισαν
μισό εργοστάσιο τσιγάρα έκαστος.Πέρασε η ώρα και κατέφθασε επιτέλους ο μεγάλος
λάτρης των καλλιτεχνικών γεγονότων της περιοχής και υποκινητής της παρέας μας, ο
Γιώργαρος.
-Είστε έτοιμοι; ρώτησε.
-Ναι, είπαμε με ένα στόμα.
Ξεκινήσαμε με ένα αυτοκίνητο που είχε πάνω του έναν αυτόματο πιλότο για να
μπορέσει να μας φέρει πίσω στα σπίτια μας.Αφού διανύσαμε μερικά χιλιόμετρα,
φτάσαμε σ’ ένα κεφαλοχώρι της περιοχής, από τα λίγα πλέον της ελληνικής επαρχίας
που είχαν μείνει με ικανό πληθυσμό για να χαρακτηριστούν βιώσιμα. Σταματήσαμε σε
ένα μαγαζί που η φωτιζόμενη πινακίδα του θύμιζε περισσότερο fast food παρά
αναψυκτήριο γενικής χρήσεως, όπως είχε περιγραφεί από τον Γιώργαρο.
Η πόρτα του καταστήματος ορθάνοιχτη, αν και χειμώνας. Έπαιζε φαίνεται τον ρόλο
του ανύπαρκτου, όπως διαπίστωσα, εξαερισμού. Δεν άργησα να καταλάβω όταν μπήκα
μέσα στο μαγαζί ότι εκεί δεν χρειαζόταν να υπάρχει γκαρνταρόμπα, μιας και είχα
βγάλει το παλτό μου και έψαχνα χώρο να το αφήσω. Μάλλον χρειαζόταν οπλοβαστός να
αφήσουν τα όπλα τους οι θαμώνες, αν έκρινα σωστά από τις φάτσες που αντίκρισα.
Ο μαγαζάτορας δεν άργησε να φτάσει και να μας καλωσορίσει. Ήταν ένας ζαλισμένος
άνθρωπος, από τον πολύ κόσμο προφανώς. Παράξενα ντυμένος, φορούσε και σερβίριζε
με την φανέλα. Αυτό όμως δεν ενοχλούσε κανέναν καθότι σε τέτοια μαγαζιά δεν
σύχναζαν ούτε κυριλέδες ούτε φλούφηδες. Αφού αγκάλιασε και φίλησε τον Γιώργαρο
που είχε καιρό να τον δει, έσφιξε με θέρμη τα χέρια τον υπολοίπων συστηνόμενος
με το παρατσούκλι του, “Μπόμπεκ”. Μας τοποθέτησε σ’ ένα τραπέζι από όπου είχαμε
καλή οπτική γωνία και μπορούσαμε να παρατηρούμε στο μαγαζί με άνεση.
Το τραπέζι πλαστικό, από αυτά που υπάρχουν σε αρκετα πεζοδρόμια και πλατείες τα
καλοκαίρια, μια από τις πολλές παραφωνίες στην διακόσμηση του καταστήματος.Κάτι
παμπάλαια φωτορυθμικά θύμιζαν την ντισκοτέκ την παλιά. Τα φώτα στο ταβάνι και
μια περιστρεφόμενη μπάλα θύμιζαν έντονα τα πονηρά μαγαζιά που έφεραν κάποτε τα
θρυλικά ονόματα Κόπα- Καμπάνα, Αμαζόνα, Κεντρί κι ό,τι άλλο περίεργο.Σ’ αυτό
συντελούσαν και οι Ουκρανές και Ρωσίδες μπαργούμεν που, οχυρωμένες πίσω από το
μεγάλου μήκους μπαρ, άδειαζαν τσέπες με το πολλά υποσχόμενο και λίγα δεχόμενο
-πλην χρημάτων- φέρσιμο τους. Οι καρέκλες που καθόμασταν καμιά όμοια με την
άλλη. Πλαστικές, ξύλινες, σιδερένιες, σκηνοθέτου, λουδουβίκου και σκαμπό.
Οι άνθρωποι που περίμεναν να ψυχαγωγηθούν περίεργοι. Κάθε καρυδιάς καρύδι.
Κυρίως ανδρικός πληθυσμός. Χαρακωμένοι άλλοι από τις ρυτίδες και την ταλαιπωρία
των ετών ζωής που κουβαλούσαν στην πλάτη τους, άλλοι πάλι από την δουλειά, ή
κάθε λογής κακουχία. Μα κι ορισμένοι από μαχαιριές, μνημείο άσβεστο μιας πάλης
σε παρελθόντα χρόνο. Άλλοι πάλι με μάτια μαύρα, ή χρυσές μύτες, καραμπινάτοι
μερακλήδες. Καθώς και αλκοολικούς έκοψε το μάτι μου που πριν αρχίσει η ορχήστρα
να παίζει, άκουγαν ήδη τα αγαπημένα τους τραγούδια και σιγοτραγουδούσαν.
Υπήρχε και μια γυναικοπαρέα από Ελληνίδες, θαμώνες κι αυτές, σεκλετισμένες
φαίνονταν και μοιραίες. Προφανώς από αυτές που είναι για σπίτι, όχι για να τ’
ανοίξουν αλλά για να το κλείσουν.Ανάμεσά τους και μια μαυροφόρα, όμορφη, με
πολύν αέρα στη συμπεριφορά και μάλλον και στο μυαλό. Ξεχώριζε (όπως λέει κι ένα
δημοφιλές τραγούδι) γιατί βασίλισσα των κοριτσιών είναι η μαυροφόρα.
Χάβρα οβραϊκή το μαγαζί και το χάος ολοκληρώθηκε με την είσοδο του Αλέκου, του
ιδιοκτήτη ενός γειτονικού μπαρ που το έκλεισε νωρίς κείνο το βράδυ για να μην
χάσει το μεγάλο πολιτιστικό γεγονός.Ο Αλέκος κουβαλούσε μαζί του και τις
μπαργούμεν του, φερμένες κατευθείαν από τις στέπες τις Σιβηρίας¨ την Σόνια, τη
Σοφία και την Σβετλάνα. Αντικρίζοντας τον αδερφό του τον Θανάση, έναν από τους
συνεταίρους του καταστήματος, του φώναξε:
-Σου ‘φερα τις ανιψούλες.
Βουές, κραυγές, βρισιές, όλα μαζί ακούγονταν μέχρι να φτάσει η μεγάλη στιγμή, να
παίξει η ορχήστρα. Και η στιγμή αυτή έφτασε και απλώθηκε μεμιάς νεκρική σιγή.Μια
ορχήστρα χάρμα οφθαλμών.Φτιαγμένη για δυνατά αυτιά.Απαγορευμένη για αδύναμους
χαρακτήρες. Πολιτισμική.Σε τέτοιο σημείο που θα ικανοποιούσε τον πιο σκληρό,
γενναίο και υπερβολικά ευαίσθητο υπερασπιστή μειονοτήτων κι’ ανθρωπίνων
δικαιωμάτων.
Και νταούλια είχε και λύρα για πόντιους και κλαρίνο και βιολί και χάλκινα και
σαξόφωνο για ερωτιάρηδες και φυσικά μπουζούκι για τους πολύ σεκλέτηδες.Και
έπαιζε κάθε είδους σκοπού,βαλκανικούς,
ανατολίτικους,χαβάγιες,μπλουζ,ροκ,τσιγγάνικους,δημοτι-κά, νησιώτικα και λαϊκά.
Αβάντι Μαέστρο.Καλοί γνώστες οι έμπειροι χειριστές των μουσικών οργάνων ήξεραν
να διαχειρίζονται τις νότες με τέτοιο τρόπο ώστε να άγουν τις ψυχές σε οίστρο.
Το πρόγραμμα άρχισε με το σολάρισμα του παλιού σαξοφωνίστα που έπαιξε μερικές
γνωστές επιτυχίες συνοκαιρές του.Εκείνο όμως που μου κίνησε την περιέργεια ήταν
ότι δεν έβλεπα τραγουδιστές.
-Γιώργο, οργανικά θα είναι όλα τα κομμάτια που θα παίζουν;
-Όχι ρε, περίμενε και θα δεις.
Δεν άργησαν να ακολουθήσουν και τα άλλα όργανα. Τότε αυτοπροαιρέτως άρχισαν να
εγείρονται από τις καρέκλες τους, ως αναστηθέντες εκ νεκρών, κάποια άτομα που
από πολύ πριν είχαν περιπέσει σε κατάσταση νιρβάνα, προφανώς έχοντας καπνίσει
από ένα δεντρύλιο χασίς έκαστος, ή πίνοντας το μισό ουίσκι της Σκωτίας. Με
πάτημα σταθερό και βλέμμα απλανές έπερναν στα χέρια το μικρόφωνο και άρχιζαν να
άδουν, ζώντας στην κυριολεξία τα άσματά τους. Παρέδιδαν ο προηγούμενος στον
επόμενο το μικρόφωνο ως να ήταν σκυτάλη.
Το γλέντι άναψε πραγματικά όταν έπεσαν οι πρώτες πενιές του μπουζουκιού από τα
μαγικά χέρια ενός τοπικού θρυλικού δεξιοτέχνη, του Γκορτσίλα. Σηκώθηκαν και οι
πρώτοι μερακλήδες, με στυλ που θύμιζε κουτσαβάκια και έριχναν τις στροφές τους
στην πίστα.Ο μαγαζάτορας άρχισε να πηγαινοφέρνει τις σαμπάνιες πίστας, να τις
ανοίγει, να γεμίζει το κολονάτο ποτήρι, να το προσφέρει στον χορευτή και να
υποδεικνύει τον χορηγό.
Εκεί που γινόταν πανικός ήταν κάθε φορά που χόρευε κάποια κυρία ή δεσποινίς.
Τότε οι σαμπάνιες δεν έφταναν στην πίστα μια- μια. Με τα κιβώτια ξεφορτώνονταν.
Και οι φελλοί εκτοξεύονταν στο ταβάνι.Κάποιος φελλός εξοστρακίστηκε και κτύπησε
έναν της παρέας μου που, δίκην αστειότητος, αναφώνησε το ιστορικό: “με φάγανε
μπαμπέσικα”.
Αλλά εκεί που σείστηκε συθέμελα το μαγαζί ήταν όταν σηκώθηκε να χορέψει η
μαυροφόρα, η βασίλισσα των κοριτσιών. Το ντύσιμό της προκλητικό. Το κορμί
λαμπάδα. Τα σάλια των περισσότερων αντρών έτρεχαν.Από την πρώτη στροφή κατάλαβα
ότι ήταν μοιραία και ωραία.Εκρηκτικός συνδυασμός. Αν την έλεγαν Μαρία και
φορούσε ποδιά μπορεί να σφάζονταν παλικάρια για χατίρι της. Οι θαυμαστές
εξεδήλωσαν τον θαυμασμό τους αστραπιαία. Το κατάστημα άρχισε να βομβαρδίζεται
πάλι από φελλούς σαμπάνιας. Το τραγούδι, η ορχήστρα άρχισε να το τραβά λες και
δεν θα τελείωνε ποτέ.
Σε κάποια φάση τα πολεμοφόδια τελείωσαν. Σαμπάνιες δεν υπήρχαν άλλες.Τότε ένας
γενναίος και χουβαρδάς θαμώνας παρήγγειλε δυο μπουκάλια ουίσκι 12άρια. Του τα
έφεραν, τα άνοιξε, σηκώθηκε από το τραπέζι και σάλταρε στην πίστα. Τα γύρισε
ανάποδα και διέγραψε ένα κύκλο χύνοντας το περιεχόμενο τους γύρω από την
εκστασιαζόμενη γυναίκα. Μετά άναψε τον αναπτήρα του και έκανε να γονατίσει να
ανάψει φωτιά στο ουίσκι. Αλλά δεν χρειάστηκε να φέρει την φλόγα σε επαφή με το
υγρό¨ πλησιάζοντας την στα δέκα με δεκαπέντε εκατοστά αυτό πήρε φωτιά, αφού ήταν
μπόμπα και μάλιστα ενισχυμένη.Η κυρία, αχάλαγη, στριφογυρνούσε ακόμα σαν
περιστρεφόμενος δερβίσης μέσα στις φλόγες.
Το μαγαζί στα μάτια μου με την βοήθεια του καπνού και το κακής ποιότητος ποτού
άρχιζε να μου θυμίζει γαϊτανάκι, πάρτι μασκέ, τέλος πάντων ένα κόσμο πολύχρωμο,
όμορφο, καρναβαλικό να τον χαρακτήριζα, διονυσιακό να τον έλεγα, δεν μπορούσα να
πω με σιγουριά, το μόνο που μπορούσα να νιώσω ήταν ότι δεν ήταν αγγελικά
πλασμένος.Παρακίνησα την παρέα να φύγουμε. Φωνάξαμε για λογαριασμό. Πληρώσαμε,
χαιρετίσαμε τον μαιτρ και βγήκαμε έξω. Πήρα βαθιές εισπνοές και ξεζαλίστηκα
κάπως.
Τότε, ρώτησε ένας της παρέας τι θα πει «LOOK IN» που ήταν ο τίτλος του
καταστήματος.
-“Κοίτα μέσα” είπε ο Γιώργος.
Προφανώς ζαλισμένος ο φίλος και με ένα ελαφρώς ειρωνικό χαμογελο και με λίγη
δόση πίκρας και αποστασιοποίησης ξαναρώτησε, απευθυνόμενος προς εμένα αυτή την
φορά.
-Και τι να δω;
-Την Βαβυλώνα φίλε μου, την Βαβυλώνα.

----------------------------------------------
Ποια πόλη να’ ναι αυτή Θεέ μου
Μοιάζει νέα μα είναι παλιά
Παραδομένη λάγνα στης παρακμής την αγκαλιά
Κ.Π.

ΥΨΗΛΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ
Ο νεαρός χτύπησε την πόρτα του συμβολαιογραφείου. Αφού άκουσε ένα επιμελές
«εμπρός» έσπρωξε την μισάνοιχτη πόρτα και μπήκε μέσα.Καλημέρισε.
-Ο κύριος Δημοσθένης; ρώτησε.
-Ναι, απάντησε ο νεαρός συμβολαιογράφος. Ο επισκέπτης έμεινε αμήχανος ως ένα
σημείο. Πιθανώς γιατί θα νόμιζε ότι θα συναντούσε ένα συμβολαιογράφο όμοιο μ’
αυτόν που περιέγραφε στο ομώνυμο μυθιστόρημά του ο Αλέξανδρος Ραγκαβή, τον
διαβόητο σιορ-Τάπα.
Ο Δημοσθένης, αντιλαμβανόμενος την αμηχανία του και την αιτία της, μια και δεν
ήταν η πρώτη φορά που του τύγχανε όμοια περίπτωση, τον ρώτησε σε τι θα μπορούσε
να του φανεί χρήσιμος. Ο νεαρός του είπε ότι έφερνε μια πρόσκληση από μια φίλη
του, την Αϊρήν Μεμέτογλου, την διάσημη Ελληνίδα (το μαρτυρά άλλωστε τ’ όνομά
της) στυλίστρια, διακοσμήτρια, σχεδιάστρια μόδας και γνωστή κοσμική, μόνιμη
θαμώνα των κοσμικών στηλών των εφημερίδων και των περιοδικών ποικίλης ύλης.
Η Αϊρήν ζούσε και δημιουργούσε στην ίδια πόλη. Η παρουσία της τιμούσε δημότες
και δήμο.
Ο Δημοσθένης ευχαρίστησε τον νεαρό. Μετά πήρε στα χέρια του την πολυτελέστατη
πρόσκληση και αφού έγειρε την πλάτη του στην πολυθρόνα την άνοιξε για να την
διαβάσει. Διαπίστωσε ότι η πρόσκληση ήταν για ένα πολιτιστικό gala που θα
γινόταν στο πνευματικό κέντρο του δήμου με σκοπό την συγκέντρωση χρημάτων για
την ενίσχυση των απανταχού της γης οικολογικών κινημάτων.
Το gala θα περιλάμβανε διάλεξη με θέματα αισθητικής χώρου σε σχέση με την
οικολογική ευαισθησία, έκθεση ζωγραφικής και φωτογραφίας και φυσικά στο τέλος
δεξίωση με πλούσια εδέσματα.
Αφού τα διαπίστωσε όλα αυτά διαβάζοντας την πομπώδη πρόσκληση, έσκασε ένα
χαμόγελο βλέποντας στο κατώτερο μέρος της προσκλήσεως με πολύ διακριτικά
γράμματα την τιμή εισόδου.
Τιμή τέτοια ώστε να μην μαζεύονται και πολλοί πληβείοι ανάμεσα στους πατρικίους
της κοινωνίας. Μην ξινίζετε τα μούτρα. Δεν χρειάζεται μικροψυχία από κανέναν. Ο
σκοπός του gala ήταν ιερός. Έπρεπε να βοηθηθεί το ευρύτερο οικολογικό κίνημα.
Άλλωστε τι να την έκανε την Αϊρήν, το ήξερε ότι ήταν ψώνιο αλλά ήταν αλήθεια ότι
διασκέδαζε και λίγο με τα παράξενα πεπραγμένα της. Το πήρε απόφαση να προσέλθει
στον προκαθορισμένο τόπο και χρόνο συνοδευόμενος από την ωραιότατη φίλη του, την
Ζωζώ.
Έτσι την ορισμένη ημέρα έκλεισε το γραφείο του λίγο νωρίτερα και ξεκίνησε βάδην
για το σπίτι της Ζωζώς.
Είχε σχεδόν βραδιάσει. Ο φωτισμός της πολιτείας άναψε. Οι βιτρίνες της έλαμψαν
απότομα. Η άνοιξη στην τσιμεντούπολη πάντα ανάλατη και η εσπέρα της άοσμη. Τα
λίγα λουλούδια που υπήρχαν σε μερικά παρτέρια διένειμαν στον περίγυρό τους
ανύπαρκτα αρώματα.
Δυστυχώς, καθόλου αρώματα στην πόλη αλλά -επειδή στην φύση δεν υπάρχουν κενά-
την θέση τους την πήραν τα χρώματα. Αυτά, πλούσια και φανταιζί με τις
παιχνιδιάρες τους ανταύγειες σφραγίζουν την παρουσία της άνοιξης στην πόλη,
βοηθώντας έτσι το ημερολόγιο στο έργο του.
Ο Δημοσθένης έφτασε έξω από την πολυκατοικία που έμενε η Ζωζώ.
Χτύπησε το κουδούνι και σε δύο λεπτά της ώρας η λεπτεπίλεπτη δεσποσύνη κατέβηκε
στην είσοδο. Ντυμένη μ’ ένα μαύρο βραδινό φόρεμα συνδυασμένο άριστα μ’ ένα λιτό,
λαμπερό όμως, κόσμημα που πρόσθετε μιαν ακόμη ακτίνα στην ακτινοβολία της,
έστεκε περίφημα στο πλευρό του συνοδού της.
Πάτησαν αρκετά πλακάκια πεζοδρομίου, από αυτά τα έργα τέχνης που χρησιμοποιούν
οι Δήμαρχοι όταν κάνουν αναπλάσεις. Διήνυσαν δεκάδες μέτρων στενών και
πεζοδρόμων κι έφτασαν επιτέλους στον προορισμό τους. Πληρώνοντας το αντίτιμο
στην είσοδο και εισήλθαν στο ναό πνεύματος.
Αχ! Το πνεύμα. Το τραγικό πνεύμα. Γιατί τραγικό; Μα γιατί σχεδόν πάντα σ’ αυτόν
εδώ τον πλανήτη εξαρτάται από την ύλη.
Όταν τα βήματα τους οδήγησαν στην αίθουσα του «θρόνου» μια λάμψη θόλωσε τα μάτια
τους προερχόμενη από την αθάνατη γκλαμουριά των VIP’S. Αλλά εκείνο που
κυριολεκτικά τους εξόντωνε το μυαλό ήταν η ποικιλία των αρωμάτων, των πανάκριβων
αρωμάτων μια και φτηνοκολώνιες σ’ αυτούς τους χώρους δεν υπάρχουν.Οι μύτες τους
σπάσανε.Τα ρουθούνια τεντώθηκαν τους.Τα νεύρα τους διεγέρθηκαν. Οι αισθήσεις
τους μούδιασαν.Η ψυχολογία τους επηρεάστηκε.Για δες πως τα κατάφερε ο άνθρωπος
να εξαφανίσει τ’ αρώματα απ’ τη φύση για να τα προσθέσει στο κορμί του.
Το πιο πολύ και το πιο βαρύ άρωμα το φορούσε η Αϊρήν.Η Αϊρήν, αυτή η
χαζοχαρούμενη μαδημένη κότα, χαρακτηρισμός που της αποδόθηκε εξαιτίας του
συνδυασμού που έκανε το μόνιμο χαμόγελό της με το ιδιόμορφο χτένισμά της και το
παλαβό μυαλό της, κατάφερνε όμως ένα πράγμα, να είναι πάντα στο κέντρο του
ενδιαφέροντος, σ’ αυτό ίσως βοηθούσε και η συνήθως σέξι εμφάνισή της.
Μόλις τους είδε η Αϊρήν έσπευσε να ανοίξει τις αγκάλες της για να τους
υποδεχτεί.
Τους ασπάστηκε προσεκτικά για να μην χαλάσει το μακιγιάζ της και το κραγιόν της.
Ο Δημοσθένης μετά τον ασπασμό της Αϊρήν (γνωστός για το χιούμορ του) την ρώτησε
αν θα τον συλλάβουν σε λίγο υπονοώντας το φιλί της προδοσίας του Ιούδα.
Η ομήγυρη ξέσπασε σε γέλια με το ιδιότυπο αστείο, ίσως γιατί ήταν πλέον
φαεινότερο του ηλίου πως ένας Ιούδας σαν την Αϊρήν μόνο υπέροχα μπορούσε να
φιλήσει.
Στο μεταξύ ο κόσμος συνέρεε και η βαβούρα αυξανόνταν.
Στους τοίχους των αιθουσών και των διαδρόμων του πνευματικού κέντρου ήταν
εκτεθειμένα τα έργα τέχνης των φωτογράφων και των ζωγράφων, κυριαρχούσαν ο
σουρεαλισμός και τα νεκρά τοπία.
Προφανώς πολλοί έβλεπαν, λίγοι καταλάβαιναν, μα όλοι επιδοκίμαζαν.
Σε λίγη ώρα σε ένα αναλόγιο που ήταν στημένο στην κεντρική αίθουσα προσήλθε ένας
σοβαρός σιτεμένος κύριος, ο οποίος προσφωνήθηκε από έναν οργανωτή ελάχιστα
δευτερόλεπτα πριν ως καθηγητής περιβαντολλογίας σ’ ένα πανεπιστήμιο του
εξωτερικού.
Άφωνοι όλοι και με την δέουσα προσοχή τον άκουσαν επί μισάωρο να αναπτύσσει το
θέμα «οικολογική διακόσμηση και διακοσμητική οικολογία, μια νέα προοπτική για
τον εικοστό πρώτο αιώνα».
-«Ευτυχώς τελείωσε γρήγορα» είπε ο Δημοσθένης απευθυνόμενος στη Ζωζώ.
-«Γιατί, δεν σου άρεσαν αυτά που είπε;» ρώτησε η Ζωζώ.
-Μου άρεσαν, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω μόνο την αρχή, την μέση και το τέλος.
-Έλα, πάλι αρνητικός είσαι.
-Τι θέλεις να είμαι, πάνω από είκοσι φορές είπε την φράση ότι πρέπει να
αντιμετωπίσουμε τις νέες προκλήσεις.
-Και πού το είδες το κακό, Δήμο μου;
-Μα δεν μας είπε ούτε ποιες είναι αυτές οι προκλήσεις ούτε με ποιο τρόπο θα τις
αντιμετωπίσουμε.
Η Ζωζώ ξέσπασε σε γέλια.
-Ε, δεν τρώγεσαι πια, όλα τα χλευάζεις.
-Έλα τώρα άστα αυτά και πάμε για μάσα, της είπε.
Και έτσι έγινε.
Η διπλανή αίθουσα ήταν γεμάτη από τραπέζια όμορφα στρωμένα με όλα τα
«πατροπαράδοτα» εδέσματα,καπνιστό σολομό Νορβηγίας,τυράκια μπρι Γαλλίας ,
χαβιάρι μαύρο Ρωσίας, σαμπάνιες που το άνοιγμά τους ήταν μια έκρηξη χαράς. Που
και που υπήρχε και κανένα οικολογικό μαρουλόφυλλο, όχι για φαγητό αλλά για
γαρνιτούρα¨ έτσι κι αλλιώς όλοι προτιμούσαν τις παραπάνω υγιεινές τροφές.
Η Αϊρήν περιέφερε το τιμώμενο πρόσωπο, τον κύριο καθηγητή, από παρέα σε παρέα
και τον σύστηνε με καμάρι. Έτσι ήρθε και η σειρά της παρέας του Δημοσθένη.
Ταυτόχρονα με τις συστάσεις άστραψαν τα φλας και τα χαμόγελα.
Ο καθηγητής, αφού είπε μερικές οικολογικές φανφάρες, στο τέλος απαντώντας στην
ερώτηση του Δημοσθένη τι προτείνει σαν λύση, απάντησε πως η μόνη λύση είναι η
ανάδειξη των προβλημάτων και η άμβλυνσή τους μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες.
-«Μάλιστα, κυριε καθηγητά, ήσασταν σαφής» είπε ο Δημοσθένης. Άραγε ποιος δούλεψε
ποιον;
Η Αϊρήν τότε είπε και ελάλησε:
-«Αφήστε τα αυτά Δημοσθένη και κανόνισε μια παρέα να πάμε στα μπουζούκια τον
κύριο καθηγητή που του αρέσουν πολύ και τα στερείτε τόσα χρόνια στο εξωτερικό
όπου διαμένει».
Τι να κάνει και ο Δήμος, δεν ήθελε όπως πάντα να χαλάσει το χατίρι της Αϊρήν και
κανόνισε με μια παρέα να πάνε για μπουζούκια μετά το πέρας της εκδηλώσεως. Το
ίδιο έκανε και η Αϊρήν. Στην παρέα του Δημοσθένη βρισκόμουν εγώ, ο Χρήστος, ο
Θάνος και ο Νίκος, ενώ η Ζωζώ δεν ήρθε μαζί μας, γιατί δεν μπορούσε να υποφέρει
τις βλακείες της Αϊρήν. Ο Δήμος προσπάθησε να την μεταπείσει, μα αυτή ήταν
ανένδοτη, άλλωστε ένα μυαλό έχουν όλες οι γυναίκες¨ απλά το δανείζουν η μια στην
άλλη. Στην παρέα της Αϊρήν εκτός από τον σοβαροφανή κύριο καθηγητή ήταν η Άννα
που χτυπάει την καμπάνα, η Δώρα με τα δώρα, και η Πόλα που τα ξέρει όλα.Του
σιναφιού της λαίδης Μεμέτογλου όλες.
Η μπουζουκερί είχε άλλο όνομα μα όλοι την έλεγαν ΦΑΛΗΡΟ όχι γιατί είχε κάποια
σχέση μ’ αυτό των Αθηνών αλλά γιατί είχαν φαλιρίσει πολλές φορές οι ιδιοκτήτες
του. Χρυσάφι πιάνανε, κάρβουνο γινόταν.
Μπαίνοντας μέσα, τους περίμενε ένα πρώτο τραπέζι πίστα όπου είχε πάει αρκετά
νωρίτερα ένα φιλικό ζευγάρι της Αϊρήν και το είχε πιάσει. Αυτό το ζευγάρι ήταν
το κλου της βραδιάς.
Αυτός ψηλός, ωραίος έλληνας, σαν κι αυτούς των αγαλμάτων κι αυτή κοντή κινέζα με
περίεργα μπιχλιμπίδια κρεμασμένα πάνω της (προφανώς για να ενισχύσουν την
παρουσία της) και με πιο χαρακτηριστικό τα κουδουνάκια που είχε κρεμασμένα στα
πόδια της. Το τακούνι της δωδεκάποντο και άνω.
Η Ζωζώ όταν την είχε δει στην δεξίωση είχε αναφωνήσει:
-«Τι ‘ναι αυτό; δεν είναι δυνατόν. Δεν είναι που δεν είναι ελληνίδα και ήρθε από
το πουθενά, δεν είναι που άρπαξε τον γαμπρό, είδος που σπανίζει σήμερα, δεν
είναι που είναι ένα μάτσο χάλια, αλλά πήρε και τον παίδαρο και τον κυκλοφορεί
στο μέγαρο».
Μπορεί η κινεζούλα να ήταν η guest star της βραδιάς, αλλά η πρωταγωνίστρια ήταν
η μεγάλη ντίβα με το αυτοκρατορικό όνομα Άννα.
Καμιά σχέση με την Αννούλα του χιονιά, ούτε με την Άννα Καρένινα. Αυτή η γυναίκα
ήταν αριστοκράτισσα, με χρυσά κεφαλαία γράμματα. Είχε μια άνεση και μια αρχοντιά
πάνω της. Μια επιβλητική παρουσία στην παρέα. Το ντύσιμό της μπορεί να μην ήταν
πορφύρα αλλά τέτοια εντύπωση άφηνε.
Του Χρήστου του γυάλισε η κοντέσα. Του ‘ρίξε και κάνα δυο μαχαιράτες ματιές, του
‘σκασε κι ένα ημιυπεροπτικό μειδίαμα, μερακλής ήταν δεν χρειαζόταν και τίποτα
άλλο για να νομίσει ο Χρηστάρας ότι τον γουστάρει.
-Κώστα αυτή είναι γυναίκα, μου λέει αγριεμένος ο Χρήστος.
-Συγκρατήσου, του λέω.
-Δεν κρατιέμαι με τίποτα.
-Μη δώσουμε δικαιώματα, δες πρώτα τι ρόλο βαράει.
-Τι ρόλο μου λες τώρα, η γυναίκα φαίνεται είναι άλλου επιπέδου, πολύ υψηλού,
τέτοια γουστάρω.
-Καλά, τι να σου πω κάνε ότι θες.
Στο μεταξύ, ο κύριος καθηγητής ο οποίος είχε πει, όταν του βάζανε ουίσκι στο
ποτήρι του, ότι έχει ζάχαρο και δεν πίνει πολύ, είχε αδειάσει ήδη τρία ποτήρια
και βρισκόταν στον μεσιασμό του τέταρτου ποτού. Οι υπόλοιποι δεν είχαμε
κατεβάσει ακόμη ούτε το πρώτο.
Ο Θάνος γύρισε και μου ψιθύρισε στ’ αυτί:
-Ρε συ, τι κάνει αυτός, έχει και ζάχαρο, θα μας μείνει στα χέρια.
-Μπα μην στενοχωριέσαι, πιθανόν τόσο πίνει γιατί έχει ζάχαρο, αν δεν είχε, θα
είχε πιει και μας, του απάντησα.
Και πριν προλάβουμε να τελειώσουμε την κουβέντα ακούμε, τον ώριμο για τους
επιεικείς έως σιτεμένο για τους αυστηρούς, καθηγητή να αναφωνεί με παράπονο
προφανώς επηρεασμένος από την παρουσία όμορφων και ωραία ντυμένων γυναικών:
-Που είναι τα έρημα κουτάλια τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι.
Η ορχήστρα άρχιζε πλέον να ανεβάζει τους ρυθμούς, η λαϊκή ώρα είχε πια φτάσει.
Η αρχοντογυναίκα που αλήθεια είχε προκαλέσει τον θαυμασμό όλων μας σηκώθηκε και
με βήματα σίγουρα και ύφος σοβαροφανές κατευθύνθηκε προς την πίστα.
Ανέβηκε πάνω της λες και πήγαινε να πάρει βραβείο. Άρχισε να χορεύει αγνοώντας
τους υπόλοιπους. Αν και γυναίκα , χόρευε το ζεμπέκικο ανδρικά και περήφανα. Η
πίστα γεμάτη από γυναίκες αλλά αυτή τραβούσε τα μάτια όλων. Το φέρσιμό της
αυτοκρατορικό. Ο χορός της, χορός της φωτιάς. Τα βήματά της καρφώνονταν στο
δάπεδο της πίστας λες και συνέθλιβε σκουλήκια.
Ο Χρήστος τρελάθηκε, την φλόμωσε στο λουλουδικό και στις σαμπάνιες. Αυτή τον
ενέπαιζε λίγο με τα χαμόγελά της, τον προβλημάτισε με τις γκριμάτσες της και
μερικές φορές τον σκότωσε με τις ματιές της. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλα αυτά
το τουπέ της ήταν αμείωτο.
Σε λίγο κάθισε η μεγαλειοτάτη ξανά στη θέση της. Ο Χρήστος πήγε κάτι να της πει
για να σπάσει τον πάγο. Μα για κακή του τύχη κτύπησε το κινητό της, το σήκωσε
και μίλησε, η όψη της άλλαξε και τότε έκανε τον πάγο, παγόβουνο.
Κοίταξα τον φίλο μου με απορία και μου ανταπέδωσε την απορημένη ματιά μου με ένα
δικό του ανέκφραστο βλέμμα.
Σε ένα πεντάλεπτο οι απορίες μας είχαν λυθεί. Στο μαγαζί εμφανίστηκε ένας τύπος
κιμπάρης, γνωστή φάτσα της πόλης, παντρεμένος, οικογενειάρχης αλλά μόρτης, από
αυτούς που λένε ότι η γυναίκα τους δεν μπορεί να τους προσάψει καμία κατηγορία
μια και φροντίζουν πάντα το ψυγείο του σπιτιού τους να το έχουν γεμάτο. Έριξε
μια ερευνητική ματιά στο μαγαζί, μετά κατευθύνθηκε προς το τραπέζι μας ,
χαιρέτησε, έσκυψε και έσκασε ένα φιλάκι στην υψηλοτάτη, την πήρε και πήγε να
φύγει.
Εκείνη κοντοστάθηκε και έκανε να βγάλει να αφήσει χρήματα για το λογαριασμό αλλά
ο εκτός εαυτού και ελέω ποτού κύριος καθηγητής, που τον είχαν πιάσει τα
κουβαρνταλίκια, δεν την άφησε.
Χωρίς να πει ένα ευχαριστώ έφυγε κάνοντας μια κίνηση χαιρετισμού με το χέρι της
και μουρμουρίζοντας μετά βίας ένα ξερό «γεια». Προφανώς δεν θεώρησε καθήκον της
να μας ευχαριστήσει αφού οι γαλαζοαίματοι θεωρούν ότι κάνουν μεγάλη χάρη στους
πληβείους με το να είναι ομοτράπεζοί τους. Όσο για τον λογαριασμό, ε, αυτό μέσα
στο παιχνίδι της ζωής είναι πολλές φορές ,άλλος να πληρώνει κι άλλος να πηδάει.
Ο Χρήστος μόνο που δεν έκλαψε.Κατέβασε το κεφάλι του περίλυπος.Σε κάποια στιγμή
γυρίζει και μου λέει.
-Δε με πείραξε που με δούλεψε αλλά το ότι έχασα την ευκαιρία να πλευρίσω μια
τέτοια γυναίκα, τέτοιου επιπέδου.
-Τι επιπέδου Χρήστο;
-Υψηλού.
Χαμογέλασα και σκέφτηκα κάτι για λίγα δευτερόλεπτα.
-Χρήστο ξέρεις μια γνωστή έκφραση που κυκλοφορεί τελευταία για παρόμοιες
περιπτώσεις;
-Όχι αλλά πες την.
-Όσο πιο υψηλοτάτου τόσο πιο ξεκωλοτάτου.
-----------------------------------------
ΕΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
-----------------------------------------
<<…ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα,όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης,ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς…>>
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΚΕΦ. Ε’

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΞΑΝΑΣΤΗΝΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ

«Αι δε σάρκες αι κεναί φρενών αγάλματα αγοράς εισίν»
Ευριπίδης

Κάποτε ήταν ένας ταξιδιώτης που ταξίδευε από τόπο σε τόπο. Πίστευε ότι έτσι θα
γινόταν σοφός. Θα γνώριζε τόπους και ανθρώπους. Τόπους που θα έρρεαν μέλι και
γάλα αλλά και τόπους όπου θα φύτευαν το καλαμπόκι με το σουβλί. Ανθρώπους που θα
λαλούσαν γλώσσες διάφορες, τόσες όσες οι πέτρες των βουνών της πατρίδας του. Από
τους πολλούς δρόμους που πήρε κάποιος τον οδήγησε σε μια πολιτεία. Μια πόλη
λαμπερή.Πεντακάθαρη. Απαστράπτουσα.
Ήταν η ώρα που σουρούπωνε. Ο ήλιος χαιρετούσε τον μικρό ντουνιά χαϊδεύοντας τις
ερωτεύσιμες βουνοκορφές.Αυτή η ώρα που είναι η αγαπημένη πολλών ανθρώπων.Αυτή
που το φως της ημέρας γλιστράει σαν το σατέν και αφήνει να αποκαλυφθεί το
σκοτάδι.Τότε έρχονται τα φώτα σαν φύλλα συκής και κρύβουν την ασκήμια μιας
γύμνιας. Τα φώτα αυτά που τυφλώνουν και γοητεύουν¨ που διαθέτουν μια σαγήνη με
ιδιαίτερη ικανότητα να μαγνητίζει και να δένει τους μετοίκους. Τους ανθρώπους
αυτούς που αναζητούν το Ελντοράντο.Αυτή τη γη που πιάνεις χώμα κι’ άνθρακα και
γίνεται χρυσάφι και μάλαμα. Την βρίσκουν δεν την βρίσκουν, δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει ότι φτάνουν κι ολίγα ευτελούς αξίας ψήγματα χρυσού μέσα στην λάσπη,
να βαλτώσουν τους ανθρώπους και να τους καταστήσουν δέσμιους του μεγάλου βάλτου
της Βαβυλώνας.Αυτού του βάλτου που έχει κι αυτός τα μυστικά του, διαφορετικά
όμως από αυτά που περιέγραφε η Πηνελόπη Δέλτα στο ομότιτλο βιβλίο της. Όσο για
τους κρεμαστούς κήπους της ίδιας πόλης, αυτοί προορίζονται για άλλους.Ποιους; Μα
φυσικά για αετόπουλα και κοράκια, ή για αίλουρους και ύαινες.Η ζούγκλα είναι
πάντα γοητευτική.
Ο ταξιδιώτης μπήκε σ’ αυτή την πόλη από τον μεγάλο δρόμο.Τον δρόμο αυτόν που
έχει ότι τραβάει η ψυχή σου, ή τα έγκατά της.Κοιτούσε δεξιά και αριστερά
ψάχνοντας ένα μαγαζί που είχε κάποιος συντοπίτης του. Ένας συντοπίτης που εδώ
και χρόνια είχε αφήσει τον τόπο του για να αναζητήσει καλύτερη τύχη. Τελικά
βρήκε το μαγαζί.
Αυτό είχε πινακίδα φωτιζόμενη έντονα.«Ρ Ω Μ Η» έγραφε σε τρεις γλώσσες Ελληνικά,
Λατινικά και Εβραϊκά. Αλλά όταν θα έμπαινε μέσα θα διαπίστωνε ότι ουδείς από
τους θαμώνες μιλούσε μία εξ αυτών. Αλλά άπαντες αγγλικά θα βγάζαν από το στόμα
τους είτε νοθευμένα, είτε ανόθευτα.
Σκέφτηκε τι θα μπορούσε να ήταν αυτό το μαγαζί. Να ήταν φαγάδικο, να ήταν
μουζικαντζίδικο, μήπως μπαράκι, ίσως καμπαρέ; Δεν καταλάβαινε, πολύ τον μπέρδευε
η εμφάνιση.Για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν ότι δεν ήταν παρθεναγωγείο.Μα ούτε
καταγώγιο έμοιαζε, καθότι πολύ λούστρο διέθετε.
Μπήκε μέσα, τον σταμάτησε ένας πορτιέρης, φουσκωτός σαν παγώνι. Μα όταν του είπε
πως ήταν πατριώτης του αφεντικού, τον άφησε να συνεχίσει. Κατέβηκε 40
σκαλοπάτια, όσα και τα τελώνια. Βρέθηκε σ΄ ένα περιβάλλον που όλα γυάλιζαν. Ο
μαγαζάτορας τον μπάνισε. Αν και ήταν μικρός ο ταξιδιώτης όταν ο ίδιος είχε
αφήσει την πατρίδα του, τον αναγνώρισε εύκολα καθότι έμοιαζε πολύ του πατέρα
του.Πήγε και τον αγκάλιασε φανερά συγκινημένος.
-Αχ! Πατρίδα, μπόρεσε να αρθρώσει μετά από κάμποσα λεπτά.
-Καλά έφτασες; Τον ρώτησε.
-Ναι, καλά. Απάντησε ο ταξιδιώτης.
-Ο πατέρας σου τι κάνει;
-Καλά είναι κι’ αυτός.
-Έλα να καθίσουμε.
Έκανε νόημα κι’ αμέσως οι σερβιτόροι προσέτρεξαν να ταχτοποιήσουν ένα καλό
τραπέζι.Από τα αγαπημένα του αφεντικού.Απ’ αυτά που μπορεί να ελέγχει το μαγαζί.
-Έφαγες;
-Όχι.
-Λοιπόν, θα φας και θα πάς στο ξενοδοχείο που θα σου κλείσω δωμάτιο να
ξεκουραστείς και να κοιμηθείς.
-Εντάξει, ευχαριστώ πολύ.
-Άσε τα ευχαριστήρια και αύριο πρωί να είσαι φρέσκος και έτοιμος να
σεργιανίσουμε.
Σε λίγο έφτασε και ο μαιτρ να πάρει την παραγγελία.Και σε πιο λίγο χρόνο άρχισαν
να φτάνουν τα φαγητά.Έφαγε και ήπιε λίγο καλό κρασί με τον ιδιοκτήτη.
Μετά κίνησε για το ξενοδοχείο για ξεκούραση και ύπνο.Δεν ήταν δύσκολο να το
βρει.Ήταν μερικά μέτρα παρακάτω.Πέρασε την ωραιότατη είσοδο και κατευθύνθηκε
προς τη ρεσεψιόν.Είπε ότι ερχόταν εκ μέρους του πατριωτη του.Κατασκοτώθηκαν το
φροντίσουν. Επιτέλους μπήκε στο δωμάτιο και σωριάστηκε στο κρεβάτι.Η μεγάλη
κούραση του ταξιδιού μετά βίας του είχε επιτρέψει να βγάλει τα παπούτσια του.
Το πρωί οι πρώτες ηλιαχτίδες πέρασαν ανάμεσα από τις γρίλιες και ξύπνησαν τον
νεαρό ταξιδιώτη, όπως το χάδι της μητέρας όταν τον ξυπνούσε για να πάει
σχολείο.Τινάχτηκε πάνω και σβέλτα ταχτοποίησε τα λιγοστά πράγματά του.Μετά
ξυρίστηκε.Έκανε ένα χλιαρό ντους, φόρεσε καθαρά ρούχα.Πριν καλά- καλά δέσει τα
κορδόνια του, χτύπησε το τηλέφωνο.Του είπαν πως τον ζητάνε στη ρεσεψιόν. Αμέσως
κατάλαβε ότι ήταν ο πατριώτης του. Εγγλέζος στην ώρα του. Κατέβηκε σύντομα.Τον
χαιρέτησε διά χειραψίας.
-Είσαι έτοιμος;
-Πανέτοιμος, απάντησε ο νεαρός.
-Ξεκινάμε λοιπόν τη βόλτα στο λαβύρινθο της πόλης.
Και το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Τα μαγαζιά είχαν ανοίξει. Ο κόσμος πηγαινοέρχονταν,
πατώντας ανάλαφρα πάνω στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια. Στην κεντρική λεωφόρο μέγας
ήταν ο συνωστισμός των αυτοκινήτων.Κορναρίσματα, βρισιές, αλλαγές λωρίδων,
χωσίματα.Σάστισε από το αδιαχώρητο και τον πανζουρλισμό ο νεαρός ταξιδιώτης. Ο
οδηγός του αυτοκινήτου τον κατάλαβε. Γέλασε.
-Έτσι είναι η ζωή στις μεγαλουπόλεις.
-Ναι, έτσι;
-Δες εκείνο το τεράστιο κτίριο στο βάθος.
-Ναι, το βλέπω, τι είναι;
-Το εμπορικό κέντρο. Εκεί πάμε.
Σε λίγο έφτασαν.Πάρκαραν. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και βάδισαν προς την
είσοδο του κέντρου. Η πρώτη εντύπωση έντονα ζωηρή.Κόσμος ανεβοκατέβαινε.
Πολύβουη μάζωξη. Διαρκής κινητικότητα.Τα σαστισμένα μάτια του νεαρού έβλεπαν
τριγύρω ιλουστρασιόν και σαγρέ τοπία ταυτόχρονα. Το κτίριο ήταν ένα τεράστιο
τετράγωνο και στην μέση του μια αυλή όπου γινόταν και η λαϊκή αγορά.
Φωνές.Τελάλημα του εμπορεύματος.
-Πάρε κύριος.
-Ορίστε κυρία.
Χαμός.Ο καθένας προσπαθεί να σε πείσει να αγοράσεις.
Κάποιος κρατά στα δυο του χέρια τα πράγματα που πουλάει και στα δείχνει. Έτσι
απλά χωρίς λαλιά. Αλλά με βλέμμα ικεσίας.Σαν να σου λέει: « Πάρε, θέλω κι εγώ να
ζήσω».
Άλλος πάλι κρατώντας και αυτός την πραμάτεια του στα χέρια σου λέει επίμονα:
«Πάρε, πάρε ξεφτίλα η τιμή τους».Και κάνει μερικά βήματα μαζί σου πολιορκώντας
σε ενοχλητικά.Παραπέρα ένας τσατισμένος μανάβης αφού δεν μπόρεσε να πείσει
αρκετούς για τα καρπούζια του, αρπάζει ένα στα χέρια του και το υψώνει σαν να το
αεροβάπτιζε και το σκάει με άχτι στο τσιμέντο.
-Πάρτε γ………… το κέρατό μου, πάρτε τζάμπα τα δίνω.
Παράμερα ένας τυφλός έπαιζε ακορντεόν, έχοντας το καπέλο του ανάποδα μπροστά στα
πόδια του.
Πιο κάτω ένας κουλοχέρης πουλούσε λαχεία. Φαίνεται ότι η μοίρα τους θέλει να
έχουν πάντα σχέση με το τζόγο.
Παρακάτω τσακώνονταν δυο παραγκιέρηδες και ήρθαν στα χέρια. Από και πέρα γαία
πυρί μειχθείτω. Τους απέφυγαν έντεχνα συνεχίζοντας το κολύμπι τους στην
ανθρωποθάλασσα.
Βγήκαν σε μιαν άκρη της μεγάλης αυτής αυλής όπου ήταν η είσοδος των κτιρίων.Εκεί
άλλο κλίμα.Τάξη,ησυχία, ασφάλεια.Λούστρος,τελειότητα.Φανταιζίσκηνικό.Ατέλειω-τη
γκλαμουριά. Εκεί δεν φώναζαν οι πωλητές.Εκεί το ρόλο των σειρήνων τον έπαιζαν οι
βιτρίνες. Πολλή γυαλάδα. Θάμπωνε τον καθένα. Ποιότης προϊόντων εξαιρετική.
Περιβάλλον άριστο, παστεριωμένο, όπως το γάλα. Εμφάνιση πωλητριών (γιατί οι
πωλητές σπάνιζαν) ως οι ντίβες του σινεμά. Ψιλές,ψηλοτάκουνες και ψηλοκάπουλες.
Ο νεαρός ταξιδιώτης, αν και είχε ξαναδεί μεγάλες αγορές, εδώ όντως
χλόμιασε.Αχανής του φάνηκε ετούτη.Αχανής και ατελείωτη.
Γυρίζοντας από εδώ και από κει πέρασε η ώρα.Ο ήλιος ήδη είχε πάρει την κατηφόρα.
Πηγαίνοντας προς την έξοδο είδε δυο τεράστιες προτομές.Ρώτησε τον ξεναγό του
ποιοι είναι αυτοί οι ήρωες.Εκείνος γέλασε αινιγματικά.Του εξήγησε πως δεν ήταν
ήρωες αλλά σπουδαίοι πνευματικοί άνθρωποι.Ο ένας ήταν μεγάλος στοχαστής και
φιλόσοφος έγραψε το περίφημο έργο « Ας κάνουμε το sex άθλημα και να πάμε για
πρωτάθλημα». Ο άλλος μέγας ζωγράφος από τον παγκοσμίως γνωστό πίνακα « Τα
βρεγμένα μασημένα παξιμάδια».
Ο νεαρός που έκανε μια γκριμάτσα μεμιγμένων συναισθημάτων, διέκρινε πίσω από τις
μεγαλοδιάστατες προτομές μια κατά πολύ μικρότερη. Κοντοστάθηκε πάλι και ρώτησε
ποιος είναι ο αναπαριστώμενος κύριος. Πληροφορήθηκε πως ήταν ο ελευθερωτής της
πολιτείας.
Σάρκασε μονολογώντας κάτι πικρόχολο από μέσα του για την ιδιαίτερη τιμή που
επιφύλαξαν στον «μουχλιασμένο» ήρωα τους οι πολίτες.
Διαβαίνοντας την έξοδο αντίκρισαν ένα λούνα πάρκ.Ψυχολογώντας τον νεαρό ο
γηραιότερος του είπε να κάνουν και μια τσάρκα στο λούνα παρκ. Όταν χώθηκαν στον
πολύβουο χώρο ήταν ακόμη το φως αρκετό και ο κόσμος λίγος. Μέχρι να χαζέψουν
λίγο στα πρώτα που συνάντησαν, σουρούπωσε. Τα φώτα άρχισαν ν’ ανάβουν.Το πλήθος
να συρρέει.Τι να πρωτοδεί κανείς;Ο νεαρός σαστισμένος, έβλεπε και άκουγε ό,τι
προλάβαινε.Την επιβλητική ανέμη που γύριζε φωτιζόμενη κι άλεθε τον ουρανό.Την
μπαλαρίνα που χόρευε σε ξέφρενο ρυθμό. Το ακέφαλο τέρας.Το ασώματο κεφάλι.Τον
γορίλα, τα φίδια, τα λιοντάρια.Νάνοι, φακίρηδες, σαλταδόροι, κλόουν, όλοι
εδώ.Λαϊκοί αθλητές, απομεινάρια μιας άλλοτε όχι και τόσο μακρινής εποχής που
έβγαζαν φλόγες από το στόμα ως οι δράκοντες,κατάπιναν σπαθιά, τραβούσαν
τραίνα,τους πατούσαν φορτηγά, έσπαγαν μαρμαροκολόνες με το κεφάλι τους και σε
μια γωνιά, ξεπεσμένο πια, το ΣΑΛΤΟ ΜΟΡΤΑΛΕ.
Το θέαμα εκπληκτικό.Τα πολύχρωμα λαμπιόνια του λούνα παρκ είχαν ανακατευτεί με
τα ποικίλα αστεράκια του ουρανού.Ο νεαρός εκθαμβώθηκε περισσότερο όταν βεγγαλικά
ένωσαν ουρανό και γη.Έχασε την αίσθηση του σκηνικού.Ποια τα αστέρια, ποια τα
λαμπιόνια, ποια τα βεγγαλικά;
Συνέχισαν την περιήγηση τους μέχρις ότου βγήκαν έξω από τον χώρο του λούνα πάρκ
και βρέθηκαν μπροστά σε ένα αλσύλλιο πολύ περιποιημένο και πολυσύχναστο.Γεμάτο
κόσμο λοιπόν, που βάδιζε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση ακολουθώντας τα
πλακόστρωτα μονοπάτια.
-Που πάνε όλοι αυτοί; ρώτησε τον πρεσβύτερο συνοδοιπόρο ο νεαρότερος.
-Προχώρει και θα δεις.
..........................
Per fas et nefas
(με το όσιο και το ανόσιο) λατινικό ρητό

Σε λίγο φτάσαν σε ένα αρχαιολογικό χώρο από τους πολλούς που διέθετε η πόλη και
εκείνο το καλοκαιριάτικο βράδυ ήταν όλοι τους ανοιχτοί για να υποδεχθούν οι
πολίτες την πανσέληνο.Να νιώσουν ρομαντικά ή να ρεμβάσουν και να περάσουν όμορφα
την ώρα τους ατενίζοντας το ολόγιομο φεγγάρι.
Χεράκι χεράκι, ζευγαράκια κατάφθαναν στον χώρο¨ ακόμη και άτομα μεμονωμένα η σε
παρέες οδηγούνταν εκεί στα σεβάσμια χώματα και ξερολίθια από μιαν απροσδιόριστη
δύναμη να θαυμάσουν ένα φυσικό φαινόμενο μέσα από ένα ντεκόρ ασύνηθες για τους
πολλούς.
Εκεί παρόντες και κάποιοι μουσικοί να τραγουδούν τραγούδια για το φεγγάρι.Κι’
αυτό το φεγγαράκι το λαμπρό να τους κάνει όλα τα χατίρια.Να γίνεται κόκκινο όπως
το θέλει η ναπολιτάνικη καντσονέτα “la luna roza“,να γίνεται χάρτινο ,να γίνεται
διπλό κι’ ότι άλλο έχουν φανταστεί οι στιχουργοί και οι τραγουδοφτιάκτες .
Μα από τις τόσες παίνες και την πολλή τιμή το φεγγαράκι γινόταν φεγγάρι, αυτό με
την σειρά του γινόταν Σελήνη που κάθε φορά που ήταν πλήρης ημερών και έργων
μετασχηματίζονταν σε θεά για να είναι και πλήρης δόξης.Θεά-Σελήνη που μάγευε
τους πιστούς της αλλά και τους απίστους και οι χαίροντες σεβασμού, προσοχής κι
αγάπης ιεροί αρχαιολογικοί χώροι μετατρεπόταν ασυνείδητα για πολλούς μα
συνειδητά για ορισμένους σε ναούς της και σε τόπους λατρείας της .Μα εκείνο που
τον έτρωγε ήταν γιατί γινόταν όλα αυτά, τόσοι άνθρωποι,τόσος κόπος,τόσα χρήματα,
τόση σπατάλη.
Μαντεύοντας τις σκέψεις του ο ξεναγός του λέει:
Έτσι είναι φίλε μου, εδώ γιορτάζουμε συχνά και συνήθως για το τίποτα.
Ο ταξιδιώτης θέλησε να ρωτήσει κάτι, αλλά δίστασε. Το μόνο που ήρθε στο μυαλό
του ήταν ότι « μωραίνει ο Κύριος ων βούλεται απωλέσει».
Πάμε να φύγουμε.Η ώρα πέρασε. Να ξεκουραστείς και συ και εγώ να πάω στο μαγαζί
που έχω δουλειά.
Ο δρόμος της επιστροφής στο ξενοδοχείο είχε λιγότερη κίνηση.Σύντομα έφτασαν.Τον
άφησε εκεί ο πατριώτης του και του είπε ότι μεθαύριο το βράδυ τον περιμένει στο
μαγαζί.
..........................
«μέγα γαρ το της θαλάσσης κράτος»
Θουκυδίδης

Την επομένη το πρωί ο νεανίας πήγε σε μια κοντινή ακτή.Η ζέστη ανυπόφορη και η
παραλία αμμώδης.Η θάλασσα γαλάζια και λαγνή.Ο ήλιος καυτός κι ανηλέητος-παρά
ζωοδότης που ήταν μια φορά και ένα καιρό-πύρωνε την άμμο που ήταν έτοιμη να
ψήσει καφέ και έβραζε την θάλασσα.
Τα κορμιά των λουομένων χυμένα στην παραλία γυάλιζαν από τα λάδια που είχαν
αλειφθεί.Αντηλιακά έλαια με την μυρουδιά του κοκκοφοίνικα τα περισσότερα, έτσι
για να θυμίζουν τροπικά μέρη απόδρασης.Τα κορμιά ποικίλα, αγαλματένια και μη.Τα
μαγιό από υψηλής ραπτικής ως ανύπαρκτα.Γύμνια περίσσια ,καλαίσθητη αλλά και
κακόγουστη.
Αν και υπήρχε άπνοια, ένας μύχιος ερωτισμός στροβιλιζόταν πάνω από την πλαζ.Τα
μάτια του πλανήθηκαν λαίμαργα στην αρχή, μετά όμως, αφού εξοικειώθηκε με το
περιβάλλον σαν περιηγητής που ήταν, δούλεψε μερικές περιέργειες στο μυαλό
του.Αναρωτήθηκε αν ό,τι εξελισσόταν μπροστά στα μάτια του ήταν απόλαυση του
ήλιου και της θάλασσας ή και δω μια υπερβολή ακόμη που η ουσία της ήταν η
εγκαθίδρυση της σαρκολατρείας και η αποθέωση της λαγνείας.
Μα τι σκότιζε το νου του τώρα.Είχε χρόνο να τα σκεφτεί αυτά αργότερα.Προς το
παρόν η θάλασσα τον καλούσε κοντά της, ενώ η ζεστή τον έσπρωχνε να βουτήξει στα
ολόδροσα νερά της.Αφού πλατσάνισε αρκετά στα γαλανά νερά, λιάστηκε και κυλίστηκε
στην αμμουδιά, κοντά στο λιόγερμα πήρε την απόφαση να κινήσει για τα το
ξενοδοχείο.
..........................
Plaudite,cives.
(Χειροκροτήστε, πολίτες) λατινικό ρητό

Στο κλιματιζόμενο δωμάτιο, αφού ξεκουράστηκε στο υπέρδιπλο κρεβάτι με το
πουπουλένιο στρώμα και τα δροσερά σατέν σεντόνια, σηκώθηκε και έκανε ένα
ντουζάκι πλένοντας το κορμί του με τα βιταμινούχα αφροντούζ, τα μαλλιά του με το
αντιπυτυριδούχο σαμπουάν, ξυρίστηκε με την μηχανή που κόβει βαθιά διπλά και
τρίδιπλα τα ανδρικά γένια, έβαλε και τις κολώνιες, του και αφού ενδύθηκε επώνυμα
ρούχα, τράβηξε για το στάδιο της πόλης για να παρακολουθήσει μια συναυλία ενός
διάσημου συγκροτήματος.
Έφτασε απέξω από το στάδιο όπου συνάντησε πολλούς πολίτες να περιμένουν
υπομονετικά στην μακριά ουρά που είχε σχηματιστεί έξω από το εκδοτήριο
εισιτηρίων.Έκανε κι αυτός το ίδιο.Όλοι θέλαν ένα εισιτήριο να πάρουν στα χέρια
τους που θα τους επέτρεπε-μετά φυσικά από την καταβολή ενός σοβαρού αντιτίμου-
να εισέλθουν στο γιγάντιο αθλητικό στάδιο και να παρακολουθήσουν από κοντά την
μεγάλη συναυλία.Ο συνωστισμός μέγας, στριμωξίδι, αδιαχώρητο μα κανείς δεν
παραπονιόταν.Μετά κόπων και βασάνων απέκτησε το πολυπόθητο εισιτήριο και μπήκε
μέσα.
Το στάδιο υπερπλήρες θεατών που με ένα ιδιαίτερο ζήλο ως να ήταν ενθουσιώδεις
νεοφώτιστοι ή φανατισμένοι γενίτσαροι, με κινήσεις που θύμιζαν παραπαίοντες
μεθυσμένους ή τελετουργούς βουντού ανέμεναν εναγωνίως την εμφάνιση του
συγκροτήματος, προσηλωμένοι στη σκηνή που είχε στηθεί στο κέντρο του
γηπέδου.Άλογα που χλιμίντριζαν έτοιμα να κόψουν το χαλινάρι τους την ώρα που θα
εμφανιστούν επί της σκηνής οι σταρς.Κανείς τους δεν είχε διαμαρτυρηθεί ότι το
εισιτήριο ήταν ακριβό.Όλοι τους, περίεργοι και μη, φτωχοί και πλούσιοι, το είχαν
πληρώσει με ευχαρίστηση και όχι μόνο αυτό ,αλλά κι ό,τι άλλο πουλιόνταν γύρω από
το συγκρότημα(φανελάκια –κούπες -μπρελόκ-καπέλα …….)
Επιτέλους κάποτε εδέησε το συγκρότημα και εμφανίστηκε στην εξέδρα που αποτελούσε
την σκηνή, εν μέσω εκκωφαντικών ήχων και προπετασμάτων καπνού.Άρχισαν να
κατεβαίνουν εξ ουρανού ή να ανεβαίνουν από τα καταχθόνια άνθρωποι,άλογα
,καμήλες, λιοντάρια , δεινόσαυροι ,μπαλέτα , αερόστατα , μπαλόνια και ό,τι άλλο
βγάζει το κουτί της Πανδώρας από τα έγκατα του.Τα εφέ με τα λέιζερ έκαναν το
θέαμα υπέροχο.Δέσμες φωτός χαράκωναν τον ουρανό.Οι προβολείς έλουζαν με το φως
τους αστέρες της μουσικής.Οι άναρθρες κραυγές δημιούργησαν την κατάλληλη
ατμόσφαιρα για ένα παραλήρημα.Άλλοι χειροκροτούσαν, ,άλλοι κτυπούσαν τα στήθια
τους, άλλοι έσκιζαν τα ρούχα τους.Αλλόφρονες όλοι εκτός εαυτού.Αφημένοι στα
ένστικτα τους.Υπάκουοι, και μάλιστα τυφλά, στα κελεύσματα του όποιου σταρ.Οι
άναρθρες κραυγές μετατράπηκαν σε ύμνο ,ο ύμνος σε επευφημίες , οι επευφημίες σε
λατρεία.Η ίδια η συναυλία είχε καταντήσει λατρευτική τελετή, όμοια με αυτές που
αυτομαστιγώνονται κάποιοι μουσουλμάνοι στο νότιο Ιράκ ή κάποιοι καθολικοί στις
Φιλιππίνες.
Οι ώρες δεν άργησαν να περάσουν και το μεγάλο αυτό πολιτιστικό γεγονός έλαβε
τέλος.Ο κόσμος μαζί και ο νεαρός αποχώρησε από το στάδιο έχοντας ποικιλοτρόπως
<< ψυχαγωγηθεί >>.
..................................................................................
O tempora!O mores!
(Ω καιροί! Ω ήθη!)
λατινικό ρητό

Την άλλη μέρα το βράδυ ο νεαρός ξεκούραστος και φρεσκαρισμένος πήρε την στράτα
την πλατιά και πήγε στην « Ρ Ω Μ Η ».
Τα φώτα του νυχτερινού κέντρου ανακατευόταν με το σκοτάδι της νύχτας.Τα ονόματα
των καλλιτεχνών γραμμένα σε φωτεινή επιγραφή ως συνήθως.
Οι πελάτες παρκάριζαν τα φρεσκοπλυμένα αυτοκίνητα τους στο πίσω μέρος του
μαγαζιού, όπου υπήρχε ένα παρκίνγκ με ένα παρκαδόρο που έδειχνε τις θέσεις εν
είδει τροχονόμου. Οι επιβάτες κατέβαιναν και κατευθύνονταν προς την υψηλή πύλη
του καταστήματος,κομψοί κι αστραφτεροί.
Από αυτή την αψίδα του θριάμβου (έτσι έμοιαζε η πύλη) πέρασε μέσα κι ο νεαρός.
-Καλώς τον λεβέντη μου, είπε ο μαγαζάτορας.
-Κάτσε εκεί, και του έδειξε ένα καλό τραπέζι.
-Παράγγειλε ότι τραβά η ψυχή σου.
-Από μένα κερασμένα όλα. Επειδή έχω απόψε δουλειά δεν θα σου κάνω παρέα, αλλά θα
σου στείλω μια καλή συντροφιά, είπε κλείνοντας πονηρά το μάτι.
-Σε λίγο έφτασε μια προικισμένη απ’ τη φύση κόρη.Με χαμόγελο που σκότωνε, κάθισε
δίπλα του.
-Με έστειλε το αφεντικό να σου κάνω παρέα.
Εκείνος έσπασε ένα χαμόγελο σαν να το περίμενε.
-Πώς σε λένε;
Του είπε ένα όνομα από αυτά τα γκρίζα που καμιά σχέση δεν έχουν με τα βαπτιστικά
και κινούνται ανάμεσα από όνομα σκύλου και τραβεστί.Δεν του φάνηκε και
παράξενο.Αφού συνηθίζονται σε άλλους χώρους τέτοια ονόματα πιο σοβαρούς. Είπε κι
αυτός το δικό του.Και άρχισε η πάρλα εκατέρωθεν.
Η κυρία άρχισε το ποίημα της.Αυτό που λένε οι γυναίκες της αυτής συντεχνίας. Ο
βασικός κορμός ίδιος, με ορισμένες παραλλαγές. Άλλωστε κάθε μια γυναίκα έχει την
πονεμένη ιστορία της και πρέπει να την πει.Άτιμη κοινωνία.Αμάρτησα για το παιδί
μου.Καταραμένη φτώχια. Πικρή ορφάνια.Άρρωστο το μισό συγγενολόι. Και η μόνη
διέξοδος σέξι σερβιτόρα, στριπτιζέζ και λίγη βίζιτα(εφόσον είναι ομορφούλα,
διαφορετικά την τρώει η λάντζα η’ το καθάρισμα σκαλιών). Αλήθεια ψέματα, ο Θεός
και η ψυχή της το ξέρουν.
-Εδώ τι κάνεις;
-Κάγκελο.
-Ορίστε;
-Χορεύω και κάνω στριπτίζ γύρω απ’ το σωλήνα που ενώνει την πίστα με το ταβάνι.
-Ενδιαφέρουσα δουλειά!
Τι άλλο μπορούσε να πει ο νεαρός.Άλλωστε ένας ελαφρύς θαυμασμός με μικρές δόσεις
έκπληξης, ειρωνείας και υπονοουμένων δεν κοστίζει τίποτε.
-Ταξιδεύεις πολύ,μου είπε τα αφεντικό, γιατί;
-Μου αρέσει ο κόσμος όλος και θέλω να τον γνωρίσω όλον από κοντά.
-Ααα…………! Έκανε η ωραιότερη ύπαρξη.
Το μαγαζί άρχισε να γεμίζει, ωραίος κόσμος.Μόστρα και λάμψη, πολύ εκτυφλωτικός.
Τα χαμόγελα ως τα αυτιά, οι χαιρετούρες εγκάρδιες. Η επιδειξιμανία στο
κατακόρυφο. Να τα μαργαριτάρια, καπάκι τα χρυσά, κολιέ, ρολόγια, μανικετόκουμπα,
κασμίρια, γούνες.Όλα έβγαζαν μάτια.
Οι γυναίκες πραγματικά ντυμένες σαν σταρ, όλο τόλμη και γοητεία με κυρίαρχο
χρώμα το μαύρο στο ντύσιμο τους, για να δίνουν μια αίσθηση μυστήριου γύρω από
την προσωπικότητα τους.Το πρόσωπο τους λαμπερό, θύμιζε την καλογυαλισμένη
πολυτελή λιμουζίνα με την οποία είχαν φτάσει ως εκεί.
Η χλιδή κατέστησε τον νεαρό άφωνο.
-Έχασες την λαλιά σου, είπε η μορφονιά.
-Ναι, από χλιδή.
-Αχ! Φιλαράκο αφού το ξέρεις ότι λάμπει δεν είναι χρυσός.
-Δεν παύει όμως να σε τυφλώνει.
-Σε τυφλώνουν για να μην δεις την γύμνια τους. Εδώ είναι όλοι παρόντες,
γραμματείς και φαρισαίοι. Μα ποιο πολύ, πανταχού παρών, ο θεός τους, ο Μαμμωνάς
και διασκεδάζουν μόνο μ’ ένα τρόπο.
-Ποιόν;
-Τον διεφθαρμένο.
Μετά σιωπή για λίγο.
Η ορχήστρα έπαιζε αυτά τα τραγούδια που είναι απόρροια ενός πολιτισμικού
συνοθυλλευματος όπου οι ethnic ήχοι μπερδεύονται με μερικούς αγγλοσαξονικούς και
όλους μαζί τους κτυπάνε με μανία τα κρουστά της ορχήστρας.
Αυτά τα ταμ-ταμ που δίνουν το σύνθημα να εφορμήσουν στην πίστα ημίγυμνα μπαλέτα
και να γαρνιτάρουν με την παρουσία τους και τους οριεντάλ χορούς τους την
αλλαλάζοντα αοιδό η’ τον άδοντα τραγουδιστή.
Μα στην ουσία δεν είναι ταμ-ταμ, αλλά τα τύμπανα ενός πολέμου που έχει καταλήξει
να ‘ναι για όλο τον πλανήτη μια πραγματική πολιτιστική γενοκτονία, όπου όλοι
κλαίνε τον νεκρό κάνοντας παρέα στον φονιά.
-Τι σκέφτεσαι ομορφούλη;
-Διάφορα.
-Σαν τι;
-Μου ‘κανε εντύπωση ότι δεν είδα πολλούς φτωχούς σ’ αυτή την πολιτεία.
-Για δυο λόγους δεν είδες. Ο ένας είναι ότι η πολιτεία αυτή πίνει το αίμα των
άλλων πολιτειών, οπότε και οι πολίτες έχουν το όφελος τους.
-Και ο δεύτερος,
-Ο δεύτερος είναι ότι δεν υπάρχει έλεος κι έτσι οι φτωχοί ξοφλάνε εύκολα.
Έκπληκτος από την απρόσμενη άποψη της συνοδού του, βυθίστηκε σε σκέψεις.
Μα επιτέλους ήρθε η ώρα των θαμώνων. Όλοι στην πίστα σεινάμενοι κουνάμενοι και
πληθωρικοί. Φιδίσια κορμιά μα και ξέχειλα πάχη. Μουρατοι κύριοι και ισχέγχυλες
κυρίες. Υποβόσκοντα πάθη κι’ ανεκδήλωτες επιθυμίες.
Και να τα άνθη.Και να οι εκδηλώσεις αγάπης στον, ή στην, σταρ που τραγουδά και
πάλι υπερβολή αυτή την φορά ως προσκύνημα σε μια μικρή επίγεια θεότητα.
Ξαφνικά η ορχήστρα σταμάτησε να παίζει, οι χοροί σταμάτησαν ο κόσμος κατέβηκε
από την πίστα.Τότε από μικρόφωνου πίστας αναγγέλθηκε το νούμερο του μπαλέτου.
-Kalligoula and Nero Show!!!
Τότε κατάλαβε ο ταξιδιώτης που πραγματικά βρισκόταν, σε ποια πόλη. Στην Ρώμη
όπου συμβασιλεύουν οι παραπάνω αυτοκράτορες.
Το κέντρο ήταν αρκετά μεγάλων διαστάσεων με την σχετική διακόσμηση που το έκανε
να φαντάζει ένα μικρό κολοσσαίο.Το σκηνικό ήταν έτοιμο.Το show άρχιζε.Το πλήθος
αδηφάγο πάλι για θέαμα και άρτο.Στην τεραστίων διαστάσεων πίστα άρχισαν να
βγαίνουν από τα παρασκήνια τα μέλη του μπαλέτου κρατώντας δάδες αναμμένες και
φορώντας μάσκες και ρωμαϊκούς χιτώνες.Στο τέλος τέσσερις χορευτές έφεραν ένα
είδωλο και το περιέφεραν, ενώ οι υπόλοιποι χόρευαν και προσκυνούσαν τριγύρω
του.Οι χορογραφίες υπέροχες και το είδωλο εμπνευσμένο έργο τέχνης, διπρόσωπο
όπως ακριβώς ο Ιανός.Το ένα πρόσωπο ήταν του Καλιγούλα και το άλλο του Νέρωνα.
Τελείωσε κι αυτή η παράσταση.Η ώρα είχε περάσει.Ο νεαρός χαιρέτησε την όμορφη
συντροφιά του.Χαιρέτησε και ευχαρίστησε για όλα τον ιδιοκτήτη, ανέβηκε τα
σκαλοπάτια και βγήκε έξω από το μαγαζί.Πήρε μια βαθιά ανάσα.Κοίταξε τον
ουρανό.Καθαρός και ξάστερος ήταν. Στα λίγα βήματα που έκανε διαπίστωσε ότι
κάποιοι εργάζονταν εκατέρωθεν του δρόμου.Τι έκαναν;Στήνανε αγάλματα όμοια με
αυτά του προτέρου θεάματος.Κοντοστάθηκε λίγο.Μετά έβαλε τα χέρια του στις τσέπες
του παντελονιού του, έσκυψε το κεφάλι του και άρχισε να περπατά σκεφτόμενος ότι
τα είδωλα ξαναστήνονται την νύχτα.

-------------------------------------------------

Ποιος θα μας ξαναδώσει εκείνο το Σαββατόβραδο
πούχε μπροστά του την Κυριακή;
<<ΣΤΙΓΜΕΣ>>
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ
(Κύπριος ποιητής)

Η ΕΡΗΜΟΣ
Στην ζωή πρέπει να επιλέγουμε τα πράγματα που μας ωφελούν και όχι αυτά που μας
ευχαριστούν.Θυμάμαι πως, διαβάζοντας για την ιστορία του αναχωρητισμού,
διαπίστωσα πως όλοι αυτοί οι ασκητές των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού άφηναν
την ευανθή και ένυδρη πατρίδα τους για να ωφεληθούν από την άνυδρη μα πνευματική
έρημο.
Κάποτε ζούσε σε ένα χωριό μιας μεσογειακής χώρας ένα παιδί. Ένα παιδί που
διαρκώς μεγάλωνε και ψήλωνε και γινόταν όμορφο σαν το βουνό που ήταν κοντά και
άντρας σαν τον πατέρα του που έκανε εφτά παιδιά.Δεν του έφτανε η μέρα, η νύχτα
και ο χώρος για το παιχνίδι στην αρχή και για τις ζαβολιές του αργότερα.Εκεί
κοντά υπήρχε και ένα ποτάμι που το νερό που κατέβαζε ήταν μπόλικο, χειμώνα-
καλοκαίρι. Αυτός ήθελε να περάσει το ποτάμι, μα δεν μπορούσε, γιατί φοβόταν μην
πνιγεί και χάσει την ζωή που ονειρευόταν να κάνει. Περίμενε να μεγαλώσει, να
περάσει στο μεγάλο κάμπο στα παχιά χώματα με τα ευτραφή ζώα, την προσφορά
εργασίας.Μα πιο πολύ αυτό που λαχταρούσαν τα εντόσθια του ήταν η μεγάλη πόλη.Η
μεγάλη πόλη που φεγγοβολούσε τα βράδια που είχε ξαστεριά και εκεινος έβλεπε το
φεγγοβόλημα της στον ουρανό. Και αυτό τον τρέλαινε.Η ζωή του ήταν βαρετή στο
χωριό, τα όνειρα του τα έφραζε ένα βουνό και ένα ποτάμι.Όταν μεγάλωσε ο πατέρας
του τού είπε πως θα ήταν καλύτερα για τον ίδιο να μην αφήσει το χωριό, γιατί
ήξερε πως ήταν ατίθασος χαρακτήρας που έφερε περιέργεια μαζί του και είχε
καλπάζουσα φαντασία.Αρετές ή ελαττώματα που σε οδηγούν ψηλά,ή στον πάτο. Η ζωή
άλλωστε είναι καζίνο.Κερδίζουν αυτοί που παίζουν μα όχι όλοι, μόνο πολύ λίγοι.
Ο νεαρός έφυγε, πήγε να κάνει την θητεία του στο στρατό, άλλωστε από εκεί δεν
μπορούσε να τον εμποδίσει κανένας, μα όταν τελείωσε την θητεία του δεν
ξαναγύρισε στον τόπο του.Περιπλανήθηκε και πλανήθηκε μες στους δρόμους των
πόλεων και της ηδονής. Ποιας ηδονής; Μα αυτής που βρίσκεις σώμα και χάνεις
ψυχή.Τα χρόνια πέρασαν και η ζάχαρη τελείωσε , όπως τελειώνουν όλα τα ψέματα
στην ζωή και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι τα πράγματα που σε γλυκαίνουν είναι είτε
αμαρτωλά, είτε παχαίνουν, είτε είναι ψεύτικα και λιώνουν με την πρώτη βροχή
δακρύων.
Ο περιπλανώμενος νεαρός με τη ζωηρή φύση είχε δυο μόνο δρόμους να διαλέξει, ή να
πάει στον τόπο της μετάνοιας όπως πολλοί αμαρτωλοί έκαναν στον πρώιμο
Χριστιανισμό πηγαίνοντας στην έρημο, η’ ,όπως ο άσωτος υιός να επιστρέψει στο
σπίτι του.
Πήρε λοιπόν τον δρόμο της επιστροφής. Αυτόν τον δρόμο που έκανε χρόνια και
ζαμάνια να τον διανύσει, έφτασε στο πατρικό του και έκρουσε την θύρα πολλάκις
και κανένας δεν του άνοιξε. Άλλωστε δεν είχε έρθει η ώρα των νεκρών να εγερθούν.
Κανείς πια δεν τον γνώριζε στον τόπο του. Όλοι τον είχαν ξεχάσει. Βλέπεις , οι
άνθρωποι ξεχνούν εύκολα. Τότε κοίταξε στο ψηλό βουνό και νόμισε πως είδε τον Θεό
να του χαμογελά πικρά, μα στοργικά.Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και είπε πως θα
ήταν οφθαλμαπάτη, μα δεν ξανακοίταξε εκεί, στην κορυφή του βουνού. Έκανε
μεταβολή και κατευθύνθηκε προς το ποτάμι.Δεν άργησε να φτάσει στις όχθες του. Μα
αυτό που αντίκρισε τον απογοήτευσε. Το ποτάμι δεν είχε σταγόνα νερό. Η ξηρασία
είχε χτυπήσει τον άλλοτε πλούσιο σε υδάτινα αποθέματα τόπο και τον είχε
καταστήσει ημιέρημο.
Σαν αντίκρισε αυτό το θέαμα, συντετριμμένος έπεσε καταγής στην όχθη του ποταμού
με το κεφάλι μετέωρο πάνω από την κοίτη. Ξέσπασε σε κλάματα πικρά, κλάματα
μετάνοιας που άφησε τον τόπο του και έχασε τον χρόνο του. Έκλαψε πολύ και
προσπάθησε με τα δάκρυα του να γεμίσει το ποτάμι. Να το κάνει να τρέξει και
πάλι, να δώσει ζωή γύρω του. Μα αυτό τίποτε.Οι σταγόνες ενός ατόμου δεν ήταν
αρκετές. Μα είδε και άλλους γύρω του.Έκλαιγαν και αυτοί, τα δάκρυα τους ενώθηκαν
με τα δικά του. Τότε νερό άρχισε να κυλάει στην κοίτη δειλά- δειλά. Νόησε τότε
πως αν οι αμαρτωλοί δεν πάνε στην έρημο να μετανοήσουν τότε ο Θεός στέλνει την
έρημο σ’ αυτούς.
Ξάφνου σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βαδίζει προς το βουνό.Στην αρχή με βήμα
ταχύ. Μετά τρέχοντας. Στο τέλος τα πόδια του ξεκόλλησαν από το έδαφος και
απογειώθηκε.Οι άλλοι του φώναζαν «Πού πας;» και εκείνος απάντησε «Στο Θεό για να
τον ευχαριστήσω». Μερικοί του φώναζαν «Τι κάνεις;» και απάντησε «Μετανοώ!».

------------------------------------------------

Η γη τρέφεται με ουρανό.
Και κάθε θάμνος φλέγεται με φωτιά θεϊκή.
Μόνον όποιος βλέπει , στέκει ανυπόδητος.

ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΜΠΑΡΕΤ-ΜΠΡΑΟΥΝΙΓΚ

Ο ΖΥΓΟΣ
Βαδίζαμε κοντά στις δύο ώρες όταν μέσα από πυκνά κλωνάρια διακρίναμε μια
ετοιμόρροπη σκήτη.Μας είχαν πει πως εκεί ζούσε ένας γέροντας ασκητής, από αυτούς
που είναι ακτήμονες και αδιάφοροι για τα γήινα και συνήθως ανυπόδητοι. Χωρίς να
έχουν κρεμασμένα χρυσά εγκόλπια και να είναι ενδεδυμένοι ακριβά κολλαρισμένα
ράσα. Αλλά πλουτισμένοι με ομορφιά ψυχής.
Μαζί με δυο φίλους ήμασταν τώρα τρίτη μέρα στο αγιασμένο βουνό. Παραδείσια
τοπία, γαλήνη απλωμένη, ψυχές που εκστασιάζονται σε κάθε ρόδινη ανατολή και
πολύχρωμη δύση.Λίγο ταλαιπωρημένος από μιαν ανοιξιάτικη μπόρα και εκνευρισμένος
από τη συνεχή κοκορομαχία των φίλων μου, ευχόμουν να περάσει γρήγορα η μέρα αυτή
για να φύγουμε την επόμενη από το όρος.Ο Λευτέρης ήταν η μέλισσα της παρέας που
εύρισκε όμορφα άνθη όπου πήγαινε. Ίσως και να φύτρωναν αυτά στον δρόμο του,
μπορεί να τα φύτευε και ο Θεός.Ο Όμηρος, ήταν η μύγα, καχύποπτος όντας,
αναζητώντας το μεμπτό, έπεφτε πάνω στην βρωμιά που έψαχνε σχολαστικά, εκεί ίσως
τον έσπρωχνε ο διάβολος.Κι’ εγώ ούτε θερμός ούτε ψυχρός ως όφειλα να είμαι. Αλλά
χλιαρός. Κατά την πορεία μας, είχαμε αγωνία αν θα βρούμε εκεί τον γέροντα.
Φοβόμασταν μήπως τζάμπα κάναμε τόσο δρόμο.Τελικά ο κόπος δεν πήγε χαμένος, καθώς
πλησιάζαμε στην σκήτη διακρίναμε μια μορφή να κάθεται σ’ ένα κούτσουρο στην αυλή
έξω από το ξεχαρβάλωτο κελί. Φτάσαμε κοντά του. Είδαμε την ασκητική του μορφή με
το τριμμένο ράσο, ανυπόδητο όπως μας τον είχαν περιγράψει, κρατούσε στα χέρια
του ένα λιωμένο κομποσκοίνι που έκλεινε τον κύκλο του ασταμάτητα.Μας καλωσόρισε
με ένα σεμνό μειδίαμα, ενώ τα μάτια του ακτινογραφούσαν την ψυχή μας. Μας κέρασε
όπως προστάζει τ’αγιορείτικο τυπικό. Πέρασαν αρκετά λεπτά,κανείς μας δεν είπε
τίποτα. Άλλωστε τι να πεις;Αυτοί οι άνθρωποι συνήθως σου λένε την απάντηση,
χωρίς να περιμένουν την ερώτηση.
Έτσι ο λιτός καλόγερος άρχισε να μας διηγείται μιαν ιστορία, πως ήταν κάποτε
ένας σκληρός άνθρωπος που δεν μπορούσε να κάνει ούτε με τα ρούχα του. Η
σκληροκαρδία του ήταν τέτοια που ούτε στη μάνα του δεν έδινε ένα πιάτο φαΐ.
-Της φτάνει η σύνταξη, έλεγε.
-Τι θα την κάνει την σύνταξη;
Εύπορος τώρα ο ίδιος, προερχόμενος όμως από φτώχεια, δεν συμπονούσε τους
ζητιανεύοντες καθόλου.
-Να πάνε να δουλέψουν, όπως έκανα κι εγώ κ’ έχω.
Βέβαια δεν ρωτούσε πόσοι μπορούσαν από αυτούς να εργασθούν.Φερόταν σκληρά ακόμη
και στη γυναίκα και τα παιδιά του. Παρόλο που ήταν σκληρός, δεν ήταν άτιμος και
άδικος.
Στις μέρες κοντά στα Χριστούγεννα υπάρχει έξαρση της ζητιανιάς. Μερικοί επαίτες
έχουν πράγματι την ανάγκη βοήθειας και άλλοι είναι κοινοί απατεώνες.
Άλλοι, ευγενικοί και διακριτικοί, πιάνουν μια γωνία του δρόμου και περιμένουν να
τους δώσουν ό,τι έχουν ευχαρίστηση οι περαστικοί.Πολλοί πουλάνε διάφορα
μικροπράγματα, συνοδευόμενα από ένα χαρτί που αναγράφει μια τραγική ιστορία,
αληθινή ή ψεύτικη, δύσκολο να εξακριβωθεί. Αρκετοί όμως, είτε από θράσος, είτε
από απελπισία, κτυπούν και τις πόρτες των σπιτιών.
Ένας τέτοιος θρασύς επαίτης κτύπησε την πόρτα του σκληρόκαρδου ανθρώπου και
μάλιστα την ώρα που έτρωγε. Η γυναίκα του, πονόψυχη καθώς ήταν, όταν είδε τον
εξαθλιωμένο ζητιάνο να εκλιπαρεί για οτιδήποτε, πήγε στην κουζίνα να του φέρει
μια φρατζόλα ψωμί και μια κονσέρβα. Αντιλαμβανόμενος ο άντρας της τι συμβαίνει,
της λέει να διώξει τον ζητιάνο και να πάει τα πράγματα στη θέση τους. Η γυναίκα
αντέδρασε. Χρονιάρες μέρες ήταν. Τότε αυτός τα άρπαξε από τα χέρια της και τα
πέταξε με οργή πάνω στον αξιολύπητο άνθρωπο, σαν να ήθελε να τον λιθοβολήσει.Μα
δεν σταμάτησε εκεί. Πάνω στα νεύρα του φωνάζει ειρωνικά να μην φύγει, να
περιμένει να του δώσει και κρασί.Ο αφελής και απελπισμένος, παρά θρασύς,
άνθρωπος περίμενε, παρά την άγρια διάθεση του οικοδεσπότη. Τότε εκείνος πάει στο
τραπέζι και παίρνει το ποτήρι με το κρασί του και κατευθυνόμενος προς τον ξένο
του ρίχνει το περιεχόμενο στο πρόσωπο. Ο ανθρωπάκος δεν αντέδρασε, παρά μόνον
έγλειψε την περιοχή γύρω από τα χείλη του για να γευτεί λίγες σταγόνες κρασί.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο σκληρός οικοδεσπότης γέρασε και πήρε την οδό που οδηγεί
στην άλλη ζωή.Στο κρεβάτι, λίγο προτού βγει η ψυχή, η μαρτυρική σύζυγος δίπλα
του να προσεύχεται, μαζί με τα υπομονετικά παιδιά του. Και πάνω από το κορμί του
ένας ζυγός, που στο ένα παλάντζο έβαζαν τις κακές του πράξεις οι δαίμονες και
στο άλλο τις καλές οι άγγελοι.
-Εζυγήσθη, εμετρήθη και εβρέθη ελλιπής.
-Άρα είναι δικιά μας ψυχή, ας τελειώνουμε, έλεγαν οι δαίμονες.
-Περιμένετε, έλεγαν οι άγγελοι. Κάτι καλό θα έκανε στη ζωή του. Θα το βρούμε και
θα το βάλουμε στο ζυγό.
Έψαξαν λοιπόν πολύ, ωσότου βρήκαν μια φρα τζόλα και μια κονσέρβα. Τα έβαλαν στο
δικό τους παλάντζο,η ζυγαριά κουνήθηκε και κάπως ήρθε,μα πάλι κατ’ ελάχιστο
ελλιπής ήταν.Τότε μια ψυχή που ‘χε την μορφή του ζητιάνου ήρθε και έσταξε
μερικές στάλες κρασί και ο ζυγός έγειρε προς την πλευρά των αγγέλων κι αυτοί ,
χαρούμενοι, άρπαξαν την ψυχή στην αγκαλιά τους.
Η ώρα είχε περάσει, χωρίς να πούμε ούτε μια περιττή λέξη¨ ευχαριστήσαμε και
φύγαμε. Νιώσαμε ότι είχαμε πάει άδειοι μα φύγαμε γεμάτοι ελπίδα ότι ίσως κάποτε
έστω και κατά λάθος γίνουμε λεύτεροι εμείς οι όμηροι των παθών.
-----------------------------------------------

<<…………..Οι πέτρες από τον καιρό χωρίσανε η μια από την άλλη, κ’ είναι σκεπασμένες από μούσκλια κι’ αγριόχορτα, οι σουβάδες είναι μαυροκιτρινισμένοι από τη μούχλα, και τα ερημικά αγριολούλουδα ανεμίζονται ντροπαλά στους χαλασμένους τοίχους………….>>

Φώτης Κόντογλου

ΕΞΟΔΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
Μερικές πέτρες εδώ, άλλες παραπέρα. Παλιούρια και ερείπια, χλωρίδα και πανίδα.
Όλα σ’ αφθονία. Στην μέση αυτού του αχταρμά ένας σωρός πέτρες που μετά βίας
θύμιζε ναυδριο και αυτό μόνο εξ αιτίας του σταυρού που είχε στην κορυφή. Όλο το
σκηνικό ήταν μια όαση στην ξεραΐλα που κυριαρχούσε τριγύρω λόγω της προπέρσινης
φωτιάς.
Το χαμηλό βουνό στη μέση του κάμπου είχε καεί μαζί με το δάσος του. Σαν από
θαύμα γλίτωσε το μισοερειπωμένο μοναστήρι στην κορυφή του βουνού. Μνημείο εκεί
να στέκει.Ενθυμητής του φυσικού και πνευματικού κάλλους της περιοχής.Σαν φρουρός
σε σκοπιά υπερυψωμένη.
Η ιστορία του τόπου αρχίζει από τα βάθη των αιώνων.Από τα χρόνια εκείνα που
πολλοί λένε ότι ο κάμπος αυτός ήταν λίμνη και η κορυφή του βουνού νησάκι και
έδεναν εδώ, όταν έπιαναν μπουρίνια, τα πλοιάρια των ανθρώπων και έβρισκαν
καταφύγιο από την οργή της φύσης.
Μετά, όταν αποχώρησαν τα νερά και ο τόπος έγινε κάμπος καρπερός, οι άνθρωποι
έφτιαξαν εδώ ναό αρχαίο για τους δώδεκα θεούς τους και άσυλο για τους
κυνηγημένους.
Τα χρόνια που κυλάνε και δεν εμποδίζονται από καμιά δύναμη έφεραν και τον
χριστιανισμό στην περιοχή. Όταν αυτός ήρθε, η αρχαία θρησκεία είχε ήδη
παρακμάσει και βρήκε έτοιμους ναούς και καρδιές να μπει.Έτσι και ο αρχαίος ναός
των δώδεκα θεών μεταλλάχθηκε και έγινε εκκλησία των δώδεκα Αποστόλων στην αρχή
και μετά μέγα μοναστήρι με σήμαντρα και καμπάνες.
Εκεί είχαν βρει κάτι αρχαία βιβλία και τα έβαλαν στην βιβλιοθήκη. Βρήκαν επίσης
κάτι αγάλματα. Μερικά τα έσπασαν για να τα κάνουν πέτρες για κτίσιμο. Άλλα τα
άφησαν, γιατί κάποιοι γραμματιζούμενοι καλόγεροι ήξεραν πως είχαν κάποια
καλλιτεχνική αξία και τα έσωσαν από την καταστροφή. Έτσι έμειναν ως σήμερα,
στημένα ανάμεσα στα ερείπια.
Μέσα στο ναυδριο υπήρχε μια τοιχογραφία και μερικές εικόνες πολύ παλιές,
ανεκτιμήτου αξίας που λένε. Σε μια γωνιά που δεν είχε πλέον τοιχογραφίες γιατί
τις έφαγαν οι κακουχίες του χρόνου, σ’ αυτήν ο τελευταίος μοναχός είχε βάλει
κάτι μεγάλες ντουλάπες. Εκεί είχε στοιβάξει όλα τα βιβλία της Μόνης που
βρίσκονταν εκείθε από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα.
Το μοναστήρι ήταν μεγάλη ευλογία για την περιοχή. Εκεί έβρισκε, από παλιά,
παρηγοριά πολύς κόσμος. Άλλοι υλική βοήθεια και άλλοι πνευματική.
Στο Βυζάντιο και στην τουρκοκρατία λειτουργούσε και σχολείο. Πολλοί από τους
συντοπίτες που πρόκοψαν στην ξενιτιά και έγιναν σπουδαίοι και θαυμαστοί
εγγράμματοι και άλλοι πλούσιοι έμποροι εκεί έμαθαν τα πρώτα γράμματα και πήραν
τα εφόδια για να πετύχουν στη ζωή.
Επίσης είχε βγάλει εκείνο το καστρομονάστηρο και μερικούς αγίους που έκαναν
θαύματα και προφητείες. Καθώς και ιερομάρτυρες και εθνομάρτυρες.
Κάθε χρόνο, των δώδεκα Αποστόλων που πανηγύριζε το μοναστήρι, συνέρεε πολύς
κόσμος και έβαζαν καζάνια με φαγητό και έτρωγαν. Ένα φαγητό περίεργο που έριχναν
στα καζάνια μέσα ό,τι έφερνε ο καθένας. Ζυμαρικά, σιτηρά, όσπρια, λαχανικά και
ότι άλλο βρώσιμο φανταστεί κανείς. Και οι δώδεκα Απόστολοι έστελναν και αυτοί
απ’ το πουθενά δώδεκα αρνιά.Το αποτέλεσμα ήταν ένας απίθανος χυλός που όλοι
έτρωγαν λαίμαργα και άπληστα.Βουή και οχλαγωγία.Μα ξεχώριζαν οι παιδικές φωνές
που αντηχούσαν ανάμεσα στις πέτρες και έδιναν μιαν αίσθηση παραδείσου.
Κατά το μεσημεράκι διανεμόταν κρασί και τσίπουρο. Τότε έκαναν την εμφάνιση τους
μερικοί λαϊκοί οργανοπαίχτες.Έπαιζαν λεβέντικα τραγούδια και στηνόταν χορός
τρανός, ντάλα στον ήλιο.
Αν και το είχαν σε πολύ σεβασμό το μοναστήρι οι κάτοικοι της περιοχής, δεν το
διαφήμιζαν, λες και ήθελαν να το προφυλάξουν.Στην πανήγυρη του δεν καλούσαν
επίσημες αρχές, ούτε καν τον Δεσπότη.
Μα για κακή τους τύχη, το καμένο δάσος άφησε έκθετο το μοναστήρι στα μάτια του
κόσμου. Από εκεί και πέρα κινήθηκε το ενδιαφέρον πολλών. Ειδικών και μη, που
είχαν διαφορετικές αφετηρίες και σκοπούς.
Μια φιλολογία άρχισε να αναπτύσσεται γύρω από το ιστορικό αυτό μνημείο.
Παραδόσεις και ιστορίες, που κινούνταν μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, άρχισαν
να βγαίνουν στο φως. Ιστορικά στοιχεία ,αποδεδειγμένα και μη, άρχισαν να
αναδύονται στην επιφάνεια.
Μα αυτά ήταν περιττά για τον απλό κόσμο. Εκείνος είχε ταυτίσει την αλήθεια με
αυτό που είχε επιβιώσει στη συλλογική ιστορική μνήμη.
Τα υπόλοιπα όλα ήταν για όσους ανακατεύονταν στο θέμα της διάσωσης του
μοναστηριού, για το οποίο ο τοπικός τύπος δημοσίευε κάθε μέρα διάφορα άρθρα με
ποικίλες απόψεις.
Κυρίαρχη άποψη ήταν πως τα εναπομείναντα κειμήλια έπρεπε να μεταφερθούν στο
μουσείο και το μεν μοναστήρι να κλείσει για να αναστηλωθεί και σε συνδυασμό με
την ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου να γίνει πρότυπος χώρος διεξαγωγής
ποιοτικών πολιτιστικών εκδηλώσεων, ο δε εναπομείνας καλόγερος να πάει σε κάποιο
άλλο πολυπληθέστερο μοναστήρι να μονάσει.
Μια μέρα, μια καλή Δευτέρα στο ριζό απ’ το βουνί πάρκαραν κάνα δυο αυτοκίνητα
και κατέβηκε απ’ αυτά ένα μπουλούκι ανθρώπων που πήραν τη στράτα την ανηφορική
για τα ιερά ερείπια. Κοίταξαν ψηλά και είδαν να στέκεται σαν στοιχειό πάνω σε
μιαν αποσαθρωμένη ντάπια ο παπακαλόγερος, ντάλα στον ήλιο. Παρά τη ζέστη και την
ανηφοριά, ανέβηκαν γρήγορα.
Ο παππούλης τους είχε έτοιμα νερά και καφέδες, κατά το τυπικόν. Μετά τα
καλωσορίσματα, τα κεράσματα και τις φιλοφρονήσεις, καθήμενοι στη σκιά ενός
δέντρου άρχισε την κουβέντα ένας άνθρωπος που συστήθηκε ως καθηγητής Ιστορίας
και Αρχαιολογίας.
Ενημέρωσε για το θέμα που προέκυψε τον καλόγερο και του έδωσε μια ντουζίνα
εφημερίδες που έγραφαν σχετικά. Αυτός, μόλις πήρε τις εφημερίδες στα χέρια του,
τις έριξε μια ματιά, μετά σηκώθηκε, γύρισε την πλάτη του και άρχισε να κάνει
μερικά βήματα. Προφανώς, για να κρύψει την στεναχώρια του και μερικά δάκρυα που
του ξέφυγαν. Κάτι ψιθύρισε μέσα από τα αραιά του δόντια, απομακρυνόμενος από την
παρέα. Ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό του.
Οι επισκέπτες, κατηφείς και σιωπηλοί, τον περίμεναν να ξανακαθίσει κοντά τους.
Θα πέρασε κάνα εικοσάλεπτο μέχρι να ηρεμήσει ο παππούς και να κάτσει στην
σαπόπετρα που είχε αιώνες ίσως να αλλάξει θέση.
-Τώρα ήρθε το τέλος, είπε και σώπασε για λίγο.
-Αυτά τα πράγματα, τα αγάλματα, οι εικόνες, οι φυλλάδες των σοφών και των αγίων
δεν τα πείραξε κανείς μέχρι τώρα. Όλοι τα σεβάστηκαν, μορφωμένοι κα αμόρφωτοι,
βάρβαροι και πολιτισμένοι, εχθροί και φίλοι, ληστές και άρχοντες. Εδώ αναπνέουν
ζωή ακόμα. Εκεί στα μουσεία θα πεθάνουν, θα πεθάνουν στη φυλακή. Εδώ έρχεται
κόσμος τα βλέπει, τον τραβά το αίμα, η καρδιά σκιρτά και το μυαλό συλλογιέται.
-Και εκεί θα τα βλέπουν παππούλη, είπε θέλοντας να τον καλμάρει ο αρχαιολόγος.
-Είδες πολλούς να επισκέπτονται φυλακισμένους στην φυλακή; απάντησε ο γέροντας.
Και συνέχισε:
-Η θωριά αυτών μας κράτησε ζωντανούς τόσους αιώνες. Τότε που ελάχιστοι ήξεραν
γράμματα και ιστορία. Η θωριά αυτή γινόταν ασπίδα της ψυχής και τώρα μας την
παίρνουν και η ψυχή μένει αθωράκιστη.
Έβραζε μέσα του, οργή και πάλι οργή.Σώπασε και κοίταξε απόκοσμα στον
ορίζοντα.Για κάμποσα λεπτά της ώρας ούτε κελάηδισμα πουλιών δεν ακουγόταν.
Σε κάποια στιγμή, ένας της παρέας πήρε το θάρρος να ρωτήσει:
-Τι κοιτάς πάτερ;
Και εκείνος απάντησε, με ασυνήθιστο βάθος και χρώμα στην φωνή του:
-Βλέπω τις παγίδες που έστησε ο διάβολος σε τούτον τον αιώνα, τον απατεώνα.
Σύγκρυο τους έπιασε όλους.Κάτι ξύπνησε μέσα τους. Αμέσως άρχισαν να ειπώνονται
διάφορες ιδέες και λύσεις για το θέμα, σοβαρές και μη.Όλοι ήθελαν τα κειμήλια
και τα αρχαία να μείνουν στον τόπο τους, αλλά όλοι φοβόταν τον νόμο που πάντα
είναι γράμμα χωρίς αισθήματα.
Η ώρα κύλησε και η παρέα είχε σπάσει σε τρία- τέσσερα πηγαδάκια.Το ένα απ’ αυτά
το αποτελούσαν ο καλόγερος, ο αρχαιολόγος και ένας ακόμα. Σε κάποια στιγμή,
κάποιος είπε πως ήρθε η ώρα να φύγουν.
Και έτσι έγινε.Αφού πρώτα άκουσαν από το στόμα του ιερομόναχου ότι θα φρόντιζε
για την λύση και θα τους ειδοποιούσε για ό,τι θα αποφάσιζε.
Αφού τους καθησύχασε και τους ξεπροβόδισε ο παππούλης, σε λίγο σήμανε εσπερινό.
Όταν τον τελείωσε ένιωσε μια ψυχική ανάπαυση. Μια περίεργη γαλήνη. Τώρα τίποτα
δεν τον απασχολούσε.Το λυκόφως τον κάλμαρε πιο πολύ. Η νύχτα ήρθε και τον
σκέπασε.
Σε λίγο τέσσερις φιγούρες διακρίνονταν στο σκοτάδι, ανέβαιναν προς το μοναστήρι,
έφτασαν.
-Έτοιμα όλα, είπε ένας από τους τέσσερις άντρες που δεν ήταν άλλος από τον
αρχαιολόγο.
-Δουλειά αμέσως, είπε ο παπάς.
Και άρχισαν να κουβαλάνε τα αγάλματα, τις εικόνες, τα βιβλία μέχρι το φορτηγό
στο ριζό. Το μοναστήρι άδειασε.Έμειναν μόνο το τέμπλο, η αγία τράπεζα, ένα
ευαγγέλιο, μια σύνοψη και τα ιερά σκεύη.
-Με το τέμπλο τι θα γίνει; ρώτησε ο καλόγερος τον αρχαιολόγο.
-Αύριο το βράδυ θα τεμαχίσουμε το τέμπλο για να το μεταφέρουμε και να το
κρύψουμε.
-Αυτοί πότε θα έρθουν;
-Μεθαύριο το πρωί.
-Εκείνο το πρωί θέλω να έχεις ειδοποιήσει τον παπά του χωριού να είναι εδώ από
τα χαράματα.
-Εντάξει.
-Ελάτε τώρα και οι τέσσερις εδώ.
Πήρε το τετραβάγγελο και του έβαλε το χέρι τους πάνω και να ομώσουν όρκο για το
μυστικό βαρύ και ασήκωτο για άνθρωπο. Και μόνο όταν θα ξεψυχούσαν, αν θα έχουν
κάποιο έμπιστο πρόσωπο τότες να τον κατηχήσουν. Αλλιώς ας τ’ άφηναν του Θεού
όλα.
Μετά έφυγαν όλοι για να μην τους προλάβει το ξημέρωμα και πέσουν σε κάνα
περίεργο μάτι.
Ο παπάς είχε τελειώσει ήδη την λειτουργία, αφού την είχε αρχίσει απ’ τα άγρια
χαράματα.
Δεν πέρασαν παρά λίγες ώρες όταν επέστρεψε με τους άλλους τρεις φίλους ο
αρχαιολόγος για να τελειώσουν ότι απόμεινε.
Σχεδόν είχε βραδιάσει όταν είχαν τελειώσει με τον τεμαχισμό του τέμπλου.
Περίμεναν να προχωρέσει για καλά το σκοτάδι και τότε φόρτωσαν ό,τι είχε
απομείνει, κάτι εικόνες, το τεμαχισμένο τέμπλο και την άγια τράπεζα.
Αφού τέλειωσαν τις δουλειές του φίλησαν το χέρι του παππούλη και κίνησαν να
φύγουν.Μα φεύγοντας φώναξε του αρχαιολόγου να σταθεί λίγο, τον πλησίασε και του
έδωσε ένα γράμμα σφραγισμένο.
-Αυτό να το ανοίξεις αύριο το μεσημέρι, όχι πιο μπροστά, εντάξει;
-Εντάξει, είπε ο αρχαιολόγος απορημένος.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε ο μοναχός. Η ζωή και οι αμαρτίες του περνούσαν από
μπροστά του. Θυμήθηκε όλα τα πρόσωπα που είχε γνωρίσει στην ζωή, τους φίλους και
γνωστούς, συγγενείς και συντοπίτες, εχθρούς και ευεργέτες.Όλα μπροστά
του.Νοσταλγούσε τα παιδικά του χρόνια. Τότε που αυτός ο αιώνας δεν είχε
αποδειχθεί ακόμη τόσο μεγάλος απατεώνας.
Η ανατολή τράβηξε μιαν άλικη γραμμή στον ορίζοντα. Λίγο φως παραπάνω τον έφερε
από τον κόσμο των αναμνήσεων στον κόσμο τον αισθητό. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε
στα ριζά από το βουναλάκι και κατέβηκε ο παπάς του χωριού και πήρε τον ανήφορο.
Ο μοναχός τον καλωσόρισε.
-Επιτέλους ήρθες;
-Συμβαίνει τίποτε; Σε βλέπω προβληματισμένο πάτερ.
-Κάτι συμβαίνει , θα μάθεις όταν με εξομολογήσεις .
-Μα εγώ εσένα;
-Εσύ εμένα, είναι ανάγκη.
-Πάμε μέσα στο ναό.
Σοκαρίστηκε ο νεαρός ιερέας όταν αντιλήφθηκε ότι μέσα στην εκκλησία δεν υπήρχε
τίποτε, μα ούτε και στο προαύλιο απογυμνωμένα τα πάντα.Παρόλα αυτά δεν είπε
τίποτα. Φόρεσε το πετραχήλι του και άρχισε το μυστήριο.
Μετά το τέλος ο νεαρός παπάς τον μετάλαβε, μετά τον ασπάστηκε.Εκείνος του έδωσε
τα ιερά σκεύη ,το ευαγγέλιο και την σύνοψη να τα πάρει μαζί του και τον
κατευόδωσε.
Ύστερα ανέβηκε στην ντάπια.Στον ώμο του είχε μια κρεμασμένη καραμπίνα σαν σκοπός
σε κάστρο και περίμενε να φανούν τα αυτοκίνητα της αρμόδιας υπηρεσίας.
Στο μεταξύ στα γύρω χωριά οι τέσσερις σωματοφύλακες ξεσήκωσαν τον κόσμο να
σταματήσει η ιεροσυλία που θα γινόταν καθώς έλεγαν.
Σε λίγο μαζεύτηκαν αρκετοί και φορτωμένοι σε αγροτικά κατευθύνθηκαν στο
μοναστήρι.Τα αυτοκίνητα της αρμόδιας υπηρεσίας είχαν φτάσει και σχεδόν
ταυτόχρονα και τα τηλεοπτικά συνεργεία. Το τσούρμο κατέβηκε από τα αγροτικά και
όρμησε έτοιμο να κατασπαράξει τους έντρομους υπαλλήλους.
Τότε έκπληκτοι όλοι άκουσαν τον ρασοφόρο να πυροβολεί στον αέρα και να φωνάζει.
Όλοι σώπασαν με την βροντερή και επιβλητική του φωνή. Τους ζήτησε να κάνουν
ησυχία γιατί ήθελε να τελειώσει μια νεκρώσιμη ακολουθία.
-Να μην ανέβει κανείς εδώ πάνω, μέχρι να τελειώσω γιατί θα του τινάξω τα μυαλά
στον αέρα.
Έκπληκτο το πλήθος δεν πίστευε στα αυτιά του.Ρίχνοντας μια τουφεκιά στον αέρα
ακόμα, για εκφοβισμό ο ιερωμένος μπήκε στην εκκλησία.
Άνοιξε τα μεγάφωνα που είχε κρατήσει και άρχισε να ψέλνει χωρίς να χάσει χρόνο
τα νεκρώσιμα ευλογητάρια “…………… και την ποθείνην πατρίδα παράσχου μοι,
παραδείσου πάλιν ποιων πολίτην με ………”.
Ξαφνικά τα μεγάφωνα σίγησαν,σίγησαν για πάντα.
Ένα ριπαίο αεράκι σηκώθηκε ξαφνικά και έκανε τις δυο σημαίες στην άλλη άκρη του
προαυλίου την βυζαντινή και την ελληνική να παλεύουν με τους ιστούς τους.
Όλοι, μετά την αρχική αμηχανία, έτρεξαν πάνω σαν να κάναν γιουρούσι για να
καταλάβουν την οχυρή θέση. Στο μπάσιμο τους μέσα στο ναό σάστισαν σαν βρήκαν να
λείπουν τα πάντα και βλέποντας τον καλόγερο σωριασμένο και νεκρό στο άγιο βήμα.
Εκεί, πάνω στην πνευματική του έπαλξη, νεκρός, να κείται ενδεδυμένος τον λευκό
χιτώνα του δικαίου.
Ο νεαρός αρχαιολόγος δάκρυσε.Βγήκε έξω από τον ναΐσκο αφήνοντας το πλήθος μέσα
να βγάλει πορίσματα.Μόνος του στο προαύλιο εμποδίζοντας μετά βίας τη ροή των
δακρύων του, έβγαλε από την τσέπη του το γράμμα του μοναχού.Άνοιξε τον φάκελο,
έβγαλε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και διάβασε πάνω του: “ Θάνατω θάνατον
πατήσας………”.
Ο νέος ξέσπασε σε λυγμούς για δυο-τρία λεπτά, ώσπου άκουσε την κραυγή και το
πτερούγισμα ενός αετού.Σήκωσε το κεφάλι του και τον είδε ανάμεσα στις δυο
σημαίες που κυμάτιζαν όμορφα αλλά φθαρμένες και ξεθωριασμένες από την
πολυκαιρία, εκεί να αιωρείται κουνώντας τις φτερούγες τους και κοιτώντας τον.Τον
κοιτούσε σαν να θέλε να του πει πως τα μπαϊράκια είναι ακόμα όρθια, δεν πέσαν……
Μετά έκανε μια απότομη στροφή λες και ήθελε να τον χαιρετήσει και το αγέρωχο
πτηνό πέταξε ψηλά προς την ανατολή.Από μακριά, από δυσμάς ακούστηκαν κάτι
κρωξίματα, γύρισε προς τα εκεί και είδε σμήνη από κοράκια και γύπες να
πλησιάζουν τον τόπο.Αυτά τα πτηνά είναι να μην μυριστούν πτώμα¨ έτσι και το
μυριστούν δεν τα σταματάει τίποτα.Κάπως έτσι ορμάνε για πλιάτσικο οι
πολιτισμένοι επιδρομείς και οι φωτισμένοι πειρατές για να σώσουν τα μνημεία από
τους ιθαγενείς.
Σε λίγο το ασθενοφόρο έφτασε να παραλάβει τον νεκρό. Λίγο πριν τον φορτώσουν στο
όχημα οι τραυματιοφορείς ,ο αρχαιολόγος όρμησε πάνω στο νεκρό, σταυροκοπήθηκε
και του έδωσε τον τελευταίο ασπασμό κλείνοντας έτσι την εξόδιο ακολουθία.
-----------------------------------------------------

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ

Στρυφνές φωνές, κραυγές απόγνωσης
Kαι ηχορύπανση αυξημένη
Ανθρώπινης αυτοπαγίδευσης απόρροια
Τα μπετά της τσιμεντούπολης συθέμελα τραντάζουν
Ρουτίνα έχουν καταστεί για μια μεγάλη πόλη

Κι όταν συμβεί κάποια φορά τα πάντα να σιγήσουν
Τότε λόγια επιτηδευμένα βγαίνουν απ’ ανθρώπων στόματα
Αποκαλύπτοντας πως ο άνθρωπος όρια δεν έχει
Δείχνοντας το λάθος για ορθό, το μαύρο γι’ άσπρο
Επιτόπου συστήνοντας τον διάολο γι’ άγιο, τον εχθρό για φίλο

Μόνο οι Εστιάδες πια τρομαγμένες
Αφού η ιερή φωτιά τους, έσβησε, απρόσεκτες ως ήταν
Φυλάττουν συνειδητή ένοχη σιωπή, απελπισμένες
Συμπάσχοντες αξιοθρήνητους έχοντας κάποιους Σεβάσμιους
Που κι’ αυτοί μ’ ευκολία αποχωρίστηκαν τ’ ασκητικό τους προσωπείο

Μιαρός εξ’ αρχής ο νυμφώνας , πεδίο μάχης αντί χαράς
Ψυχικά γυμνών θρασέων γυναικών κι’ άνανδρων ανδρών
Ελπίδα τελευταία, η άσφαλτος των δρόμων
Οδός της διαφυγής και έξοδος κινδύνου
Μα πεδιάς ημίγυμνων οστών και κρανίου τόπος